Movies

Έχει αφίσες ταινιών πάνω απ το γραφείο και το κρεβάτι του

Έχει κι ένα συρτάρι που κρατάει τα εβομαδιαία προγράμματα γνωστού σινεπλέξ ταξινομημένα εδώ και χρόνια

Έχει κι ένα τετράδιο που γράφει ποιές ταινίες θέλει να δει όταν μεγαλώσει γιατί είναι PG-13 και δεν επιτρέπεται

Λίγες σελίδες μετά γράφει τις ταινίες που θα γυρίσει ξανά όταν σταματήσει το ποδόσφαιρο και γίνει σκηνοθέτης γιατί κατά τη γνώμη του θέλουν αλλαγές

Zηλεύω λίγο

Advertisements

Οι Λεοπαρδάλεις (Φαίδρος Μπαρλάς)

Τρυπώσαμε ὅλοι στὰ σπίτια μας ἔντρομοι
ὅταν φάνηκαν οἱ λεοπαρδάλεις στὴν πόλη.
Ἀγριεμμένες, διψασμένες γιὰ αἷμα, κοιτάζανε
μὲ μάτι θολὸ τὶς κατάκλειστες πόρτες –
μὴ ξεμυτίση κανένας, νὰ τὸν ξεσκίσουν.

Σιγὰ-σιγὰ ὅμως,
θέλεις τὸ κρέας –
πού κρεμότανε ἄφθονο στὰ τσιγκέλια
τῶν παρατημένων κρεοπωλείων
καὶ καταπράυνε τὴν ἀρχαία,
τὴν ἀχόρταγη πεῖνα τους –
θέλεις οἱ ὡραῖες λιακάδες τῆς πόλης μας –
πού τὶς χαιρόντουσαν, χουζουρεύοντας,
ξάπλα στὴ μέση τῶν ἔρημων δρόμων –,
οἱ λεοπαρδάλεις ἀρχίσανε,
ὅσο νάναι, νὰ ἡμερεύουν.

Ξεθαρρέψανε κάνας-δύο, τὶς πλησιάσανε,
τὶς ταΐσανε μὲ λιχουδιές, ποὺ φυλάγαν,
γιὰ τέτοιες ὧρες ἀνάγκης, στὸ σπίτι.
Οἱ λεοπαρδάλεις τὶς φάγανε –
γλείψαν καὶ τὸ μουσούδι τους,
τεντωθήκανε.

«Φανερό», εἶπε κάποιος,
«δὲν θὰ φᾶνε κʼ ἐμᾶς, ἅμα ξέρουν
πῶς θὰ τοὺς ρίχνουμε λιχουδιές.»
Ἔτσι, σὲ λίγο καιρό, ξεθαρρέψαμε ὅλοι•
ἀνοίξαμε πόρτες καὶ παράθυρα διάπλατα,
κυκλοφορούσαμε στοὺς δρόμους καὶ στὶς πλατεῖες,
ἄνθρωποι καὶ λεοπαρδάλεις ἀνάκατα.
Ἀπʼ τὸ τομάρι πιὰ μόνο μᾶς ξεχώριζες.
Βέβαια, παραμερίζαμε μὲ σέβας στὸ διάβα τους,
τοὺς προσφέραμε τὰ καλύτερα κρέατα,
τὶς ἐκλεκτότερες ποικιλίες ἀλλαντικῶν,
δηλώναμε, φωναχτά, ὁ ἕνας στὸν ἄλλο,
πῶς ὡραιότερα ζῶα ἀπὸ αὐτά,
ποῦ ἡ παρουσία τοὺς τιμοῦσε τὴν πόλη μας,
δὲν εἴχαμε ξαναδῆ στὴ ζωή μας!.

Μερικοί, μία φορά, παραπαίρνοντας θάρρος,
καθὼς βλέπανε τὶς λεοπαρδάλεις νὰ μπαταλεύουν –
ἀπʼ τὸ πολὺ φαΐ ποὺ τοὺς ρίχναμε,
τὴ λιακάδα, τὴν ξάπλα καὶ τὸ χουζούρι –
φαντάστηκαν πὼς θάταν βολετὸ νὰ τὶς διώξουν.
Μὰ οἱ λεοπαρδάλεις τοὺς κάνανε χίλια κομμάτια,
πρὶν προλάβουν νʼ ἁπλώσουν χέρι ἀπάνω τους.

Ἀπὸ τότε, τὸ βάλαμε καλὰ στὸ μυαλό μας,
τὸ τυπώσαμε σʼ ὅλα τὰ βιβλία ζωολογίας,
τὸ ἀποστηθίζουμε κάθε μέρα σὰν προσευχή:
«Δὲν πειράζουν οἱ λεοπαρδάλεις,
ἂν δὲν τίς πειράξης•
μὴν τὶς πειράζης,
γιὰ νὰ μὴ σέ πειράξουν.»
Ὅλοι πιά, πρόθυμα κʼ εὐσυνείδητα, τὶς ταΐζουμε,
πρόθυμα κʼ εὐσυνείδητά τους φέρνουμε λιχουδιὲς –
κι ὅσοι ἔχουνε χέρι ἁπαλὸ κι ἐπιδέξιο
τοὺς χαϊδεύουν τὴ ράχη ἢ τὸ μουσούδι.

Κʼ οἱ λεοπαρδάλεις – ποιὸς θὰ τὸ πίστευε; –
τρίβονται λιγωμένες ἀπάνω τους,
ἀφήνοντας μικρὰ μουγκρητὰ εὐχαρίστησης.
Αὐτὸς – καταλήξαμε- – εἶναι ὁ τρόπος
γιὰ νʼ ἀντιμετωπίζη κανεὶς τὶς λεοπαρδάλεις•
καὶ τὸν μαθαίνουμε τώρα καὶ στὰ παιδιά μας,
γιὰ νὰ τὸν μάθουν κι αὐτὰ
στὰ παιδιὰ τῶν παιδιῶν τους:
νὰ τὰ μάθουν νʼ ἀγαποῦν τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ σέβωνται τὶς λεοπαρδάλεις,
νὰ ταΐζουνε τὶς λεοπαρδάλεις,
ἀφοῦ γιὰ πάντα, ὅπως ξέρουμε, θάναι –
ἔξω ἀπὸ κακὸ ἢ ἀρρώστεια! –
οἱ λεοπαρδάλεις ἀφέντες στὴν πόλη μας.

ΚΟΣΚΙΝΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΣΤΑΧΤΕΣ

12339584_10207065232922416_8546477676283270532_oΥπάρχει μια ιστορία που την άκουσα μικρός και που με προβλημάτιζε τότε γιατί δεν μπορούσα να την καταλάβω.
Μιλάει για μιαν αρχαία πόλη, μια ακμαία, εύπορη πόλη στο κέντρο μιας μεγάλης πεδιάδας.
Ένα καλοκαίρι, ενώ οι κάτοικοι της πόλης ήταν απασχολημένοι με την ανάπτυξη και την προκοπή της, εμφανίστηκε στις πύλες μια περίεργη γριά που κρατούσε μαζί της δώδεκα βιβλία και πρότεινε να τους τα πουλήσει. Είπε πως τα βιβλία αυτά περιείχαν όλη τη σοφία του κόσμου και πως θα τους τα έδινε και τα δώδεκα με αντάλλαγμα ένα σακί χρυσάφι.
Οι κάτοικοι της πόλης βρήκαν την ιδέα πολύ αστεία. Της είπαν οτι μάλλον δεν είχε ιδέα για την αξία του χρυσαφιού και οτι το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να φύγει.
Εκείνη συμφώνησε είπε όμως οτι πριν το κάνει θα κατέστρεφε μπροστά τους τα μισά βιβλία. Άναψε λοιπόν μια μικρή φωτιά, έκαψε έξι από τα βιβλία με όλη τη γνώση και όλη τη σοφία του κόσμου μπροστά στους κατοίκους της πόλης και μετά έφυγε.
Ήρθε ο χειμώνας, ένας χειμώνας σκληρός, η πόλη όμως κατάφερε και συνέχιζε να ακμάζει κι έφτασε το καλοκαίρι και μαζί του η γριά ζητιάνα.
«Εσύ είσαι πάλι ;» είπαν οι κάτοικοι της πόλης. «Πώς πάει η γνώση και η σοφία;»
«Έξι βιβλία» , είπε η γριά , «έξι έχουν απομείνει. Η μισή γνώση και σοφία του κόσμου. Για άλλη μια φορά σας προτείνω να τα αγοράσετε».
«Α ναι;» κάγχασαν οι κάτοικοι της πόλης.
«Μόνο που η τιμή έχει αλλάξει».
«Ε , επόμενο ήταν».
«Δυό σακιά χρυσάφι».
«Τι;»
«Δυό σακιά χρυσάφι για τα υπόλοιπα έξι βιβλία της γνώσης και της σοφίας. Τα παίρνετε ή τα αφήνετε».
«Νομίζουμε» είπαν οι κάτοικοι της πόλης, «οτι και του λόγου σου δεν πρέπει να κατέχεις και πολλή γνώση ή σοφία, αλλιώς θα είχες καταλάβει οτι δεν μπορείς να γυρίζεις στην αγορά και να τετραπλασιάζεις μιαν ήδη εξωφρενική τιμή. Αν είναι τέτοιου είδους η γνώση και η σοφία που πουλάς, τότε, ειλικρινά, κράτησέ τα για τον εαυτό σου , όσο κι αν τα πουλάς».
«Τα θέλετε ή όχι;»
«Οχι».
«Πολύ καλά. Θα σας ζητήσω μόνο λίγο προσάναμμα».
Άναψε άλλη μια φωτιά κι έκαψε μπροστά τους τρία απ’ τα υπόλοιπα βιβλία. Μετά ξεκίνησε για την άλλη άκρη της πεδιάδας.
Εκείνη τη νύχτα ένας-δυό περίεργοι κάτοικοι της πόλης βγήκαν κρυφά έξω και έψαξαν μέσα στις στάχτες μήπως και σώσουν μια-δυό σελίδες, αλλά η φωτιά είχε κάψει τα πάντα και η γριά είχε ανακατέψει καλά τις στάχτες. Δεν βρήκαν τίποτε.
Άλλος ένας σκληρός χειμώνας άπλωσε τη σκιά του πάνω στην πόλη κι αυτή τη φορά οι κάτοικοι αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα με την πείνα και τις επιδημίες, αλλά το εμπόριο πήγαινε καλά κι είχαν ξαναβρεί τη φόρμα τους το άλλο καλοκαίρι , όταν εμφανίστηκε πλάκα η γριά.
«Νωρίς ήρθες φέτος» , της είπαν.
«Λιγότερο βάρος» , τους εξήγησε δείχνοντάς τους τα τρία βιβλία που είχε πάλι μαζί της. «Το τέταρτο όλης της γνώσης και της σοφίας του κόσμου. Τα θέλετε ;»
«Πόσο τα δίνεις;»
«Τέσσερα σακιά χρυσάφι».
«Είσαι εντελώς τρελή , γριά γυναίκα. Περα απ’ αυτό όμως, η οικονομία μας περνάει κάτι δυσκολίες, αυτόν τον καιρό. Το χρυσάφι είναι εκτός συζητήσεως».
«Λίγο προσάναμμα παρακαλώ».
«Στάσου μιά στιγμή» , είπε ο λαός της πόλης, «αυτή η τακτική δεν συμφέρει κανέναν από τους δυό μας. Το σκεφτήκαμε καλά και συστήσαμε μια μικρή επιτροπή, να έρθει να ρίξει μια ματιά στα βιβλία σου. Θα τα μελετήσουμε μερικούς μήνες, θα δούμε αν αξίζουν κάτι για μας και όταν ξανάρθεις τον άλλο χρόνο, ίσως μπορέσουμε να σου κάνουμε κάποια καλή προσφορά. Δεν μιλήσαμε βέβαια για σακιά χρυσάφι.»
Η γριά κούνησε το κεφάλι της. «Οχι» , είπε. «Φέρτε μου το προσάναμμα».
«Θα σου στοιχίσει».
«Δεν πειράζει», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους η γριά. «Καίγονται και από μόνα τους τα βιβλία».
Λέγοντάς τα αυτά έκοψε δυό κομματάκια από τα βιβλία, που έτσι κάηκαν εύκολα. Μετά ξεκίνησε και πάλι για την αντίπερα άκρη της πεδιάδας, αφήνοντας την πόλη να αντιμετωπίσει άλλον ένα χειμώνα.
Στο τέλος της άνοιξης η γριά ήταν πάλι εκεί.
«Μόνο ένα απέμεινε», είπε αφήνοντας το πάνω στο χώμα, μπροστά της. «Έτσι μπόρεσα να κουβαλήσω δικό μου προσάναμμα».
«Πόσο;» είπαν οι κάτοικοι της πόλης.
«Δεκάξι σακιά χρυσάφι».
«Μα είχαμε πει οχτώ».
«Δεκάξι ακατέβατα».
«Περίμενε λίγο».
Οι κάτοικοι της πόλης έφυγαν όλοι μαζί και γύρισαν μισή ώρα αργότερα.
«Δεκάξι σακιά είναι ό,τι κι ό,τι μας έχει απομείνει», παρακάλεσαν. «Οι καιροί είναι δύσκολοι. Άφησέ μας κι εμάς κάτι».
Η γριά άρχισε απλώς να σιγοτραγουδάει ετοιμάζοντας τη φωτιά της.
«Εντάξει!» της φώναξαν στο τέλος. Άνοιξαν τις πόρτες της πόλης και οδήγησαν έξω δυό βοϊδάμαξες, φορτωμένες με οχτώ σακιά χρυσάφι η καθεμιά. «Φτάνει μόνο να είναι καλό»
«Είναι» , είπε η γριά. «Και που να βλέπατε τα υπόλοιπα»
Ξεκίνησε για την αντίπερα άκρη της πεδιάδας, σέρνοντας μαζί της δυό βοϊδάμαξες και αφήνοντας τους κατοίκους της πόλης να επιζήσουν όσο καλύτερα μπορούσαν με το μοναδικό ένα δωδέκατο της γνώσης και της σοφίας που είχε υπάρξει πάνω στον κόσμο.
του Douglas Adams από το βιβλίο "Last chance to see"

Conspiracy Theory : Busted

– Εκατάλαβες Μαργαρίτη μου ? Δεν υπάχουνε ούτε χειμώνας ούτε καλοκαίρι ούτε τίποτις πια. Όλα σιάδι
– Τι λες ορε παιδί μου ? Και γιατί συβαίνει αυτό παναπεί ?
– Καλά δε βλέπεις στα ιντερνέτ και σ αυτά ? Αφού μας ψεκάζουνε
– Μας ψεκάζουνε Παντελή ? Ποιός μας ψεκάζει ?
–  Οι Αμερικάνοι

– Τι μου λες ? Έχουνε εδώ ελιές οι Αμερικάνοι ?

Κρίκοι σε μια αλυσίδα

40435708_690365177999667_1291783277664796672_n

Πρώτα μπαίνει στο αμπέλι ο πατέρας.

Κινείται σα να ψάχνει αλλά στην πραγματικότητα ξέρει ακριβώς εδώ και μέρες που θα το βρει. Η θεατρικότητα είναι απαραίτητο στοιχείο του τελετουργικού. Κοιτάει ένα ένα τα κλήματα και κόβει το πιο καλοσχηματισμένο το πιο τέλειο σταφύλι και το προσφέρει στη μάνα.  Αυτή το δοκιμάζει. Και ξεκινάμε


«Είναι παράδοση του χωριού ?» Με ρωτάει ο μικρός. «Όχι μόνο ο παπούς το κάνει. Οικογενειακή μας παράδοση». «Γύπας ο παππούς» λέει ο μικρός και ξεραίνεται στα γέλια.

Φέτος πρώτη χρονιά αποφάσισε να χάσει τον αγιασμό στο σχολείο και ν ακολουθήσει τον τρύγο. Μάλλον έπαιξε ρόλο και μια ιδιαίτερη φιλία που έκανε το καλοκαίρι. Είναι σ αυτή την ηλικία.


Μετά τον πατέρα μπαίνουν στο χωράφι οι γυναίκες. Θείες/ανηψιές/ξαδέρφες. Είναι οικογενειακή υπόθεση. Σήμερα στο δικό μας αμπέλι, αύριο στου θείου κλπ. Κόβουν τα σταφύλια και τραγουδάνε. Πότε η μια και πότε η άλλη. Οι υπόλοιπες συνοδεύουν. Οι άντρες κουβαλάνε τα γεμάτα καφάσια. Δεν έχουμε πλέον κοφίνια.


Ο  μικρός μας βγήκε λίρα εκατό. Τρέχει από δω από κει κουβαλάει κόβει. Θέλει να φαίνεται χρήσιμος. «Βγάλτον μια φωτογραφία με τον πατέρα σου» λέει η μάνα. «Να τη βάλεις σ αυτά τα ιντερνέτ» λέει με καμάρι «να τη δει κι ο αδερφός μου στην Αθήνα». Μετά ψάχνει τον πατέρα. Ανησυχεί. «Κάτσε τωρα εσύ. Μη παιδεύεσαι. Εσύ πρέπει μόνο να διατάζεις». «Γιατί κάνας γέροντας είμαι ?» απαντάει αυτός και ξεκαρδίζεται


Κοφίνια δεν έχουμε αλλά έχουμε το παλιό σκαφόνι. Πατάμε με τα πόδια λίγα για το καλό και τις φωτογραφίες πριν αναλάβει η μηχανή. Μπαίνουν μέσα τα πιτσιρίκια. Τη μικρή Μαργαρίτα την τσίμπησε μέλισσα. Κλάματα. Περνάνε τουρίστες φωτογραφίζουν. Οι πιο γενναίοι πλησιάζουν να δουν από κοντά. Τους κερνάμε σταφύλια.


‘Τελειώσαμε μπαμπά ?» . «Όχι. Θα αφήσουμε το μούστο δυό μέρες στο σκαφόνι με τα στέμφυλα και μετά θα τον βάλουμε στα βαρέλια. Μετά θα τα στίψουμε με το πιεστήριο να βγάλουν και το τελευταίο ζουμί. Στο μεταξύ θα πλύνουμε τα καφάσια να τα βάλουμε στη θέση τους και θα καθαρίσουμε τα βαρέλια».


Ο μούστος άρχισε το τραγούδι του. Αυτός ο καθυσυχαστικός ήχος του βρασμού. Σε λίγες μέρες θα κλείσουν οριστικά ως τη μέρα που θα τ ανοίξουμε για να πιούμε κρασί. Εμείς ήρθε η ώρα να φύγουμε. «Ότι μένει θα το κάνει ο θείος» του λέω


Κοιτάζω τη φωτογραφία. Παππούς και εγγονός στο αμπέλι που φύτεψε ο προπάππους.

«Σ άρεσε ρε ?» τον ρωτάω. «Ωραία ήταν μου λέει. Θα ξανάρθω μαζί σου του χρόνου»

Άλλος ένας κρίκος μπήκε στην αλυσίδα. Όχι όμως αλυσίδα που σε κρατάει ακίνητο.

Αλυσίδα που κρατιέσαι να μην πέσεις

 

(η φωτό είναι αγνώστου από τρύγο στην Κέρκυρα μάλλον τέλη ’70 αρχές ’80)

Ιππότης

Κάλπαζε ατρόμητος σε δάση κάστρα και χωριά, σε μάχες και σε γιορτές.

Απολάμβανε τα πονηρά βλέμματα των δεσποινίδων της αυλής και την ευγνωμοσύνη των χωρικών.

Έτοιμος να υπερασπιστεί όποιον είχε ανάγκη. Χωρίς φόβο

Γιατί να φοβάται ? Τα βέλη των εχθρών του εξοστρακίζονταν πάνω στην τρομερή πανοπλία του. Τα χτυπήματα των σπαθιών τους, έφερναν μόνο ένα ελαφρύ κουδούνισμα στ αυτιά του. Ακόμα και το πιό σκληρό δόρυ προκαλούσε ένα μικρό τράνταγμα

Ηταν ένας ανίκητος ήρωας χωμένος πάντα μέσα στη σιδερένια φορεσιά του.

Το μόνο που τον βασάνιζε αραιά και που, ήταν μήπως έρθει μια μέρα που θα πεθυμούσε πολύ ενα χάδι