Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι

[Δεν είναι ένα άρθρο όπως τα άλλα του ιστολογίου. Είναι μια μπακαλίστικη προσέγγιση σ’ ένα από τα προβλήματα της χώρας οπότε οι φαν μπορείτε να σταματήσετε να διαβάζετε εδώ]

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ήρθατε απ το εξωτερικό για διακοπές (οπότε φέρνετε λεφτά καινούρια στη χώρα) και αποφασίσατε να κάνετε κάποια μερεμέτια στο πατρικό σας. Φέρνετε το μάστορα και σας λέει να αγοράσετε τα υλικά και οτι η δουλειά του θα κοστίσει 100€ .

Κύριος ο μάστορας, σας κόβει κανονικά απόδειξη και ως νοικοκύρης που είναι κρατάει στην άκρη 19.35€ για το ΦΠΑ του και 18,13€ για την εφορία του (αν υποθέσουμε οτι είναι στη χαμηλότερη κλίμακα και πληρώνει 29% από το πρώτο ευρώ)

Ο ίδιος μάστορας κατά το μεσημέρι παίρνει τα 62,52€ που του απέμειναν και πάει το αυτοκίνητο στο συνεργείο όπου ο συνεργειάς για τη δουλειά του ζητάει ακριβώς τόσα (για να μη δυσκολευτούμε με τις πράξεις) .

Κύριος και ο συνεργειάς (έκπληξη) κόβει κανονικά απόδειξη, και ως νοικοκύρης επίσης κρατάει στην άκρη 12,10€ για το ΦΠΑ και 11,33€ για την εφορία. Κι αυτός στη χαμηλή κλίμακα επίσης.

Με τα 39,08€ στην τσέπη το απόγευμα ο αγαπητός μας συνεργειάς πάει και πληρώνει τον υδραυλικό που του είχε φτιάξει το καζανάκι και μια μικρή διαρροή στο σπίτι και επειδή ζούμε στην τέλεια κοινωνία, ο υδραυλικός του κόβει απόδειξη και ως τρίτος νοικοκύρης στη σειρά κρατάει 7,56€ για το ΦΠΑ , 7,09€ για την εφορία και του μένουν 24,43€ ακριβώς.

Χρίς να υπολογίσουμε λοιπόν τις υπόλοιπες υποχρεώσεις των φίλων μας στο κράτος (ΕΦΚΑ, ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας, τέλος επιτιδεύματος κλπ) σε τρείς μόνο συναλλαγές και στην ελάχιστη κλίμακα φορολόγησης το ελληνικό κράτος πήρε πάνω από το 75% των χρημάτων.

Μπορεί ο καθένας να έχει τη δική του εκτίμηση για το αν χρησιμποιεί σωστά (χε χε χε) ή λάθος αυτά τα χρήματα, αλλά μ αυτά τα νούμερα πείτε bye bye στην ανάπτυξη (χε χε χε ξανα) και welcome στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή

 

 

 

 

 

Advertisements

There are Dragons

Ξύπνησε ξανά μ αυτό το φρικτό ουρλιαχτό.

Το ουρλιαχτό κατέβηκε το χτισμένο στον πιό απόκρημνο βράχο κάστρο του βασιλείου του Γκιτ κύλησε στη μεγάλη χαράδρα του υπερποταμού Ρορ έπεσε με όλη την ορμή του στο πανδάσος των γιγαντιαίων βατομουριών και έσβησε σαν ψίθυρος στο Έλος της Λήθης όπου τάραξε τον πρωινό καφέ του μινιβάτραχου των νουφάρων ο οποίdragon-3ος εκνευρίστηκε αφάνταστα με αποτέλεσμα να κάνει λάθος στη φορολογική του δήλωση κάτι που αποδείχτηκε οτι είχε ολέθριες συνέπειες για το γαλαξία μας αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα.

Η έκφραση «ξύπνησε με αυτό το φρικτό ουρλιαχτό» δεν είναι σωστή μιας και πρώτα ξύπνησε και συνειδητοποιώντας οτι βρίσκεται για χιλιοστή εφτακοσιοστή εικοστή πέμπτη μέρα στο ίδιο μέρος, ούρλιαξε από οργή όπως μόνο ένας δράκος της τάξης του μπορούσε να ουρλιάξει.

Για χιλιοστή χιλιοστή εφτακοσιοστή εικοστή πέμπτη μέρα θα ήταν υποχρεωμένος να προσέχει και να υπηρετεί την Μαριγώ την πριγκίπισσα του Γκιτ , τη μοναχοκόρη του βασιλιά Χάρμπαρ την πιο όμορφη απ τις πριγκίπισες του σύμπαντος του Αποκόσμου με μαλλιά ξανθά σαν τις ακτίνες των διδύμων Ήλιων του Μαρ διαχεόμενες απ το χρυσό πρίσμα του Κλακδ , μάτια πιό πράσινα απ το υπερπράσινο των σμαραγδίων της αβύσσου του άπατου ωκεανού της Έκλεχορ, χείλη πιό κόκκινα απ τις παπαρούνες του Κήπου της Έκτης Διάστασης, πρόσωπο και κορμί σαν σμιλεμένα από τον Ικτιν της Άθες, κάτοχο των μαγικών σφυριού και σκαρπέλου της Σπαρς, δέρμα πιό λευκό απ το φτέρωμα του θεικού περιστεριού της Σχελης , φακίδες καφέ σαν φακές Εγκλουβής, και εντελώς στριμμένο άντερο.

Λόγω του τελευταίου χαρακτηριστικού της άλλωστε ο βασιλιάς Χάρμπαρ αποφάσισε οτι ανυπερθέτως και χωρίς καμμιά καθυστέρηση η πριγκίπισσα πρέπει να κλειστεί σε κάστρο την επομένη των δέκατων έκτων γενεθλίων της, παρά την αντίθετη άποψη και της εκκλήσεις της καλής μητριάς της («δεν είναι μέρος αυτό για ένα κορίτσι» , «πρέπει να συνεχίσει τις σπουδές της» , «την περιμένουν Μύκονο οι συμμαθήτριές της» κλπ κλπ), αφήνοντας απηυδισμένος να ξεφύγει απ το στόμα του η φράση που δεν τον άφησαν ποτέ να ξεχάσει οι πολιτικοί του αντίπαλοι «να βρεί κανα μαλάκα άλλον να την ανέχεται».


Εδώ λογικά θα σας έχουν δημιουργηθεί κάποια κενά. «γιατί ήταν δυστυχισμένος ο δράκος ; Αυτό δεν υποτίθεται οτι πρέπει να κάνει ένας δράκος ;» και «γιατί την κλείδωσε σε κάστρο αφού ήθελε να την παντρέψει ; » .

Αυτό συμβαίνει γιατί έχει περάσει τελείως λάθος στο λαϊκό υποσυνείδητο το κόνσεπτ «Πύργος – Πριγκίπισσα – Δράκος». Αυτό που συμβαίνει είναι το ακριβώς αντίθετο απ το : «ο δράκος απομακρύνει από το κάστρο υποψήφιους πρίγκηπες σε άσπρο άλογο».

Το όλο κόνσεπτ είναι ένα κάλεσμα.

Στην πραγματικότητα ο εκάστοτε βασιλιάς κλείνει την άσχημη ή με προβλήματα συμπεριφοράς κόρη του σ ένα κάστρο λέγοντας στην ουσία «εδώ είναι μια πριγκίπισσα ελάτε να την πάρετε» βάζοντας να την προσέχει ένας αδύναμος δράκος κατωτέρας τάξης γιατί δεν θέλουμε να συμβεί κανένα ατύχημα στον πρίγκηπα ή στο άσπρο άλογο ε ? Ο δράκος κατόπιν πρόβαλει μια ασθενή αντίσταση, το ευτυχές γεγονός γινόταν γεγονός , το ζευγάρι έχει μια όμορφη ηρωική ιστορία να διηγηθεί και ο δράκος (με πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη και εξτρα μπόνους) έφευγε προς αναζήτηση άλλης δουλειάς.


 

Αυτός ο δράκος όμως δεν ήταν τέτοιος δράκος. Καθόλου όμως. Ήταν ο αυτοκράτορας όλων των δρακοβασιλείων. Ο απόλυτος άρχων με δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του. Ο στρατάρχης του δρακοστρατού. Ο διοικητής της χιλιοτραγουδισμένης δρακοσυμορίας των τετρακοσίων.  Αυτός που νίκησε τον ανίκητο για χίλια χρόνια γίγαντα του Κρον αποκτώντας μόνο μια πληγή πίσω στον αριστερό ώμο απ το διαμαντένιο του δόρυ. Ο μόνος εραστής του δρακοχαρεμιού των 39 αειπάρθενων και αποκλειστικός χρήστης της δρακοσπαλιάς (δεν είναι τυπογραφικό, δρακοσπαλιά είναι SPA για δράκους)

Στην ηλικία των 851 ετών, μια μέση ηλικία για ένα δράκο, θα έπρεπε να ετοιμάζει ήδη τον διάδοχό του υποβάλλοντάς τον σε σκληρές δοκιμασίες ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις μελλοντικές του υποχρεώσεις, αντί να κάθεται και να υπομένει τα καπρίτσια της Μαριγώς όσο περιμένει τον πρίγκηπα. Αλλά ο διάδοχός του ήταν ένα αυγό. Το μόνο αυτοκρατορικό αυγό που αποκτά ένας δράκος στη διάρκεια της ζωής του το οποίο ο βασιλιάς Χάρμπαρ έκλεψε με δόλο και μ αυτό τον εκβίασε. «Κανα χρόνο του είπε θα κάτσεις, μόνο σε σένα έχω εμπιστοσύνη και μετά θα πάρεις το αυγό σου και θα κάνεις ότι αγαπάς».

Θα μπορούσε ν αντέξει τόσο. Θα μπορούσε αλλά δεν είχε υπολόγισει οτι πλέον οι πρίγκιπες είναι κάτι μουσάτοι με γυαλιά που έρχονταν με βέσπες αντί για άσπρα άλογα στο κάστρο τοιχοκολλώντας ψηφίσματα για τα δικαιώματα των δράκων.

Κι έτσι πέρασε λίγο παραπάνω χρόνος. «Χίλιες εφτακόσιες είκοσι τέσσερις μέρες» ψιθύρισε μέσα του. Σχεδόν πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια που έπρεπε να ψάχνει μήλα με ακριβώς την απόχρωση του μήλου που έδωσε η μάγισσα στη Χιονάτη. Πέντε χρόνια που έπρεπε να βρεί κοκαλάκια για τα μαλλιά από ξύλο σημύδας το οποίο έπρεπε να έχει κοπεί όπωσδήποτε από τους επτά νάνους και σκαλισμένο απ τον Τζεπέτο παρ όλο που εξηγούσε πως οι επτά νάνοι είναι εκατοντάδες χρόνια στη σύνταξη και δεν μπορούν πια ούτε να σηκώσουν το τσεκούρι και ο Τζεπέτο μας άφησε χρόνους. Πέντε χρόνια που έπρεπε να βρίσκει τη γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας να την κοιμίζει με παραμύθια τα βράδια που δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Πέντε χρόνια που έπρεπε να ανέχεται τις ηλίθιες φίλες της, τη Χιονάτη που ερχόταν με τα πουλάκια γύρω της και του έλεγε οτι «είναι σίγουρη πως κρύβει μια χρυσή καρδιά πίσω απ αυτό το άγριο παρουσιαστικό» (θα της έδειχνε αυτός μόλις ελευθερωνόταν τη χρυσή του καρδιά), τη Ραπουνζέλ που γέμιζε το σπίτι τρίχες, τη Σταχτοπούτα που δεν έχανε ευκαιρία να του πει πόσο ακάθαρτο ήταν το κάστρο. Μόνο την ωραία κοιμωμένη συμπαθούσε. Ερχόταν και κοιμόταν ήσυχα ήσυχα στον καναπέ όσο οι άλλες την έβαφαν κλόουν ή όσο έκαναν μπάρμπεκιου στη φωτιά της ανάσας του κακαρίζοντας και γυρνώντας του το αυτί «για να αυξομοιώσουν την ένταση «.

Θα άντεχε αν δεν υπήρχε το εξευτελιστικό και επίπονο «λέπιδομασαζ» . Είχε ανακαλύψει οτι ο καλύτερος τρόπος να μαλακώνει τις φτέρνες της ήταν να τις τρίβει στα λέπια του και μάλιστα σ ένα συγκεκριμένο σημείο. Αυτό. Αυτό που σκεφτήκατε. Στο πίσω μέρος της πλάτης. Στην πληγή από τον γίγαντα του Κρόν. Εκεί που πονούσε φρικτά.

Χίλιες εφτακόσιες εικοσι πέντε μέρες σκέφτηκε ξανά πίνοντας το ουίσκυ του λίγο πριν πέσει για ύπνο. Κι η πριγκίπισσα μεγάλωνε. Ήταν ήδη εικοσιένα.

Κοίταξε έξω απ το παράθυρο στη μαύρη νύχτα ελπίζοντας μάταια για ακόμα μια φορά να δει έναν πρίγκηπα μ ένα άσπρο άλογο που θα έρχονταν να τον σώσει.

Σιγά να μην, ψιθύρισε στον εαυτό του. Αυτά ούτε στα παραμύθια δεν γίνονται…

.

.

.

.

.

.

.

.

.

(Για χιλιοστή εφτακοσιοστή εικοστή πέμπτη μέρα η Μαριγώ κοιμήθηκε ευτυχισμένη στα μεταξωτά της σεντόνια. Αυτή κι ο δρακοέρωτας της. Μόνοι τους. Στον Πύργο. Να του δείχνει κάθε μέρα πόσο τον αγαπά. Για πάντα)

 

Κέρκυρα

kerkyra

Γεννήθηκα στους ευκάλυπτους στις Αλυκές και στο Εμπορικό, στο Λούνα Παρκ στον Ανεμόμυλο ανέπνευσα την τυρόπιτα του καπετάνιου και το ούζο με την ποικιλία στην αρμύρα του σαββατοκύριακου.  Είδα τον ήλιο στα μάτια της, στη φωτισμένη πλατεία, στα φεστιβάλ, κούνησα τη σημαία της «αλλαγής», στους χωματόδρομους και στα τσιμέντα κυνήγησα μπάλες μέσα σε σιντριβάνια, σε μαστέλα και παράθυρα, σε κοιμητήρια.

Το μποσκέτο, τα γρασίδια στο Σαρόκο, στο Κρίκετ, στη Γαρίτσα, εξάντλησα και εξαντλήθηκα στα χωράφια με την τζίντζολα, στον Ποταμό και στον Κωτσέλλα μέσα στην πασχαλιά και στ’ αγιόκλημα, με το μυστρί στο χώμα και την πέτρα, με το μαχαίρι στο χόρτο και το παυλόσυκο.  Έκλαψα το πρωί στον παιδικό σταθμό και πιο μετά στο σφαιριστήριο, λούστηκα με το αγκάθι και την ψαλίδα, έπλυνα τα χέρια μου στο χαλίκι και στο σκληρό ψυχαναγκασμό της ανάμνησης μιας πείνας και μιας στέρησης που εξίσου σκληρά κληρονομήθηκε. Αιχμαλώτισα την κωλοφωτιά και φίλησα το μεταξοσκώληκα, μάζεψα από το δίχτυ την ελιά, κοινώνησα με το σύκο και το μούρο, γνώρισα το θεό στη φράουλα και στο κουραμαμέλι.

Κοιμήθηκα με το σπασμένο πόδι του περιστεριού το μεσημέρι και το κομμένο φτερό του κουνουπιού τη νύχτα στο καυτό μπαλκόνι της. «Εκεί α’ό πίσω» κούνησα τα πλαστικά κρόσσια τση εξώπορτας και τση καρέκλας τη διπλή σειρά, τα μπλε και τα πράσινα. Σκαρφάλωσα στη λεμονιά για να κρυφτώ και πιάστηκα απ’ το σφαλάγγι κι απ’ το μερμήγκι, παραδόθηκα στον γκιόνη και στον τζίτζικα. Έδεσα το μόστακα, κυνήγησα τη μοστερίτσα ως το λιμάνι, το καρνάγιο, τη Σπηγιά, τον Μαύρο Γάτο, το Καμπιέλο. Αγκάλιασα τον κάβουρα και το σκαρτσιμά, πάτησα την τσούχτρα, την αληθινή και τον πουτσόγιαλο μέσα στους βούρκους, στα φύκια, στα σκοινιά, στο φόβο και στο θάνατο, στις λαμπατίνες, στις οικοδομές, στις σκονισμένες δάφνες τση εκκλησιάς τον Δεκαπενταύγουστο. Έκατσα στο τραπέζι με τον Αϊ-Σπυρίδωνα, πέταξα με Συνέχεια

Success Story

Ο εξηντακάτι γιατρός που έκανε διακοπές στο ίδιο μέρος με μένα ήταν εμφανισιακά μια σεβαστή φυσιογνωμία. Ξεκινήσαμε τη γνωριμία μας αφού ανακάλυψα οτι γνωριζόμασταν με την κατα δεκαπέντε χρόνια νεότερη γυναίκα του από τα εφηβικά μου χρόνια αφού έκανα τότε παρέα με τον συνομήλικό μου αδελφό της.

Αφού μιλήσαμε περι ανέμων και υδάτων (διακοπές γαρ) προέκυψε το θέμα της ΔΕΗ στην οποία ο συμπαθής συνομιλητής μου θα έπρεπε να πληρώσει 1500€ και αυτό που τον εξόργιζε περισσότερο ήταν τα 200 κάτι ευρώ ΥΚΩ (Νησιά/κοινωνικό τιμολόγιο κλπ) γιατί αυτός «δουλεύει τριανταπέντε χρόνια και δεν είναι σωστό να πληρώνει για τους άλλους».

Δεν ήθελα να συνεχίσω γιατί έβλεπα που θα κατέληγε η συζήτηση αλλά προφανώς είχε την ανάγκη να μου παινευτεί για τα κατορθώματά του και αποδείχτηκε οτι ο λογαριασμός για τον οποίο συζητούσαμε αφορούσε την κύρια κατοικία του στην οποία εκτός των 550 χτισμένων τετραγωνικών υπήρχε και μια πισίνα «ολυμπιακών διαστάσεων» (δικά του λόγια) σε μιά έκταση 10 στρεμμάτων και στο πάρκινγκ είχε εκτός από την BMW X6 με την οποία ταξίδευε, άλλη μια ίδια της γυναίκας του.

Όλα καλά ως εδώ. Ενας  γιατρός στην ηλικία του (αν ήταν πολύ καλός και ανάλογα την ειδικότητα) ίσως να δικαιολογεί αυτού του μεγέθους τον πλούτο. Προφανώς όμως τον πέτυχα σε οίστρο και ήθελε να μου πει κι άλλα.

Η πτώση της χούντας λοιπόν βρήκε τον γιατρό μας φοιτητή ιατρικής στην Ιταλία (στην Ιταλία αν θυμάστε πήγαιναν αυτοί που δεν πέρναγαν στις δικές μας ιατρικές όπως τώρα πάνε Βουλγαρία) οργανωμένο στο ΠΑΚ υπό την καθοδήγηση μετέπειτα μεγαλοστελέχους του ΠΑΣΟΚ γνωστού βουλευτή και υπουργού.  Στην Ιταλία όμως μπορεί να έμπαινες εύκολα στην ιατρική ήταν όμως παλουκάκι να βγείς και ο καλός μας βουλευτής εξασφάλισε στο νεαρό φοιτητή μεταγραφή στην ιατρική Αθηνών όπου και παίρνει πτυχίο την εποχή που η «αλλαγή» είναι στο φόρτε της, ένα χρόνο πριν το κίνημα υπο την καθοδήγηση του λαοπρόβλητου ηγέτη πάρει την εξουσία.

Αυτοί που «δεν θα τους ήξερε ούτε η μάνα τους» παίρνουν υπουργεία και ο φίλος μας πριν καλά καλά τελειώσει την ειδικότητα μετά από μερικά χρόνια και στην τρυφερή ηλικία των τριαντακάτι τοποθετείται αντιπρόεδρος του νοσοκομείου της ιδιαίτερής του πατρίδας. Ακολουθεί το «βρώμικο ’89» αλλά δεν περνάνε ούτε τέσσερα χρόνια και το κίνημα επανακάμπτει τοποθετώντας τον πρόεδρο του ιδίου ιδρύματος αυτή τη φορά για οκτώ ολόκληρα χρόνια.

(έχει πιεί και δεν φυλάγεται πλέον)

Στη διάρκεια λοιπόν της θητείας του διατηρεί ιδιωτικό ιατρείο στο οποίο βλέπει «πελατάκια» τα οποία «ψαρεύει» (δικές του εκφράσεις και οι δυό) από το νοσοκομείο τα οποία πελατάκια του έμειναν και αφού τελείωσε η θητεία του και τα βλέπει τα πρωινά ακόμα και τώρα σαν «χόμπυ» αφού εδώ και μια δεκαετία αυτό που του έχει κλέψει την καρδιά και με το οποίο θέλει να περνά το χρόνο του είναι η ξυλογλυπτική !!!!!!!

Δεν θα σχολιάσω άλλο. Είπε κι άλλα πολλά.

Ο άνθρωπος είναι ο θεούλης της μεταπολίτευσης

Φάρμακο

Ο κυρ-Γιάννης κοίταξε άλλη μια φορά με αηδία τον καφέ του και γύρισε προς τον καφετζή. «Κωστάκη θα βάλεις κάτι να πιούμε ;» . Μια γουλιά είχε πιει εδώ και μια ώρα και αναρωτήθηκε ξανά «πως το πίνουν αυτό το πράμα ;» . «Όχι κυρ Γιάννη. Εγώ με την κυρά Μαρία δεν τα βάζω. Βρείτε τα μεταξύ σας και μετά ότι θες»

Είχε δυο μέρες τώρα που η κυρά Μαρία του είχε κόψει το κρασί, και ο άλλοτε πρόσχαρος και χωρατατζής κυρ Γιάννης καθόταν στεναχωρημένος και ανόρεχτος στο καφενείο. Δεν του το είχε κόψει τελείως βέβαια. Απλώς τον έλεγχε αυστηρά. Είχε δώσει εντολή στον καφετζή να μην του δίνει ούτε σταγόνα και αυτή του έβαζε μεσημέρι και βράδυ όσο έκρινε.

Που να φτάσει όμως αυτό στον κυρ Γιάννη …

Φημισμένος σ όλο το νησί για την αντοχή του (μόνο κρασί όμως, κανένα άλλο ποτό δεν έπινε) , ξεκινούσε κανονικά τη μέρα του με ένα μισόκιλο το πρωί , άλλο ένα με το δεκατιανό , ένα μπουκάλι το μεσημέρι με το φαγητό και μια ικανή ποσότητα από το απόγευμα ως το βράδυ στο καφενείο. Κοτσανάτος και γερός σαν μουλάρι ο κυρ Γιάννης έτρεχε στα χωράφια και στις δουλειές αγνοούσε τις συμβουλές των παιδιών του, της γυναίκας του, των φίλων του να μην πίνει τόσο πολύ.»Δεν με πειράζει» έλεγε. «Βλέπετε να ‘χω τίποτα ; Οι γιατροί δεν με ξέρουν» . «Φάρμακο είναι το κρασί»

Βέβαια ο βασικός λόγος που δεν τον ήξεραν οι γιατροί ήταν γιατί ο κυρ Γιάννης τους έτρεμε. Μια φορά είχε πάει στο νοσοκομείο στη ζωή του όταν στα 30 του έσπασε το πόδι Συνέχεια

«Μάλλον Ακίνδυνος»

«Το Γυρί13512042_10208598702898207_946929200909654707_nστε το Γαλαξία με Ωτοστόπ, σ’ αυτό που χάριν αστεϊσμού αποκαλούμε παρελθόν, είχε πολλά να πει για το θέμα των Παράλληλων Κόσμων. Ελάχιστα απ’ αυτά, όμως, είναι κατανοητά σε οποιονδήποτε κάτω από το επίπεδο του Προχωρημένου Θεού, και καθώς είναι πια γενικώς αποδεκτό ότι όλοι οι γνωστοί θεοί άρχισαν να υπάρχουν τρία χιλιοστά του δευτερολέπτου αφότου άρχισε σύμπαν και όχι, όπως υποστήριζαν συνήθως, την προηγούμενη βδομάδα, έχουν ήδη να δώσουν εξηγήσεις για πάρα πολλά πράγματα κι επομένως δεν είναι διαθέσιμοι για να σχολιάσουν θέματα προχωρημένης φυσικής αυτή τη στιγμή.
Ένα ενθαρρυντικό πράγμα που έχει να πει το Γυρίστε το Γαλαξία για τα Παράλληλα Σύμπαντα είναι πως δεν έχετε την παραμικρή πιθανότητα να καταλάβετε σχετικά μ’ αυτά. μπορείτε λοιπόν να λέτε «Τι;» και «Πως;» και «Ε;» κι ακόμη να αλληθωρίζετε και να παραληρείτε, αν θέλετε, χωρίς να φοβάστε ότι θα γελοιοποιηθείτε.
Το πρώτο πράγμα που πρέπει να συνειδητοποιήσετε σχετικά με τα Παράλληλα Σύμπαντα, λέει το Γυρίστε το Γαλαξία, είναι ότι δεν είναι παράλληλα.
Είναι επίσης σημαντικό να συνειδητοποιήσετε ότι δεν είναι, για να ακριβολογούμε, ούτε σύμπαντα, αλλά αυτό είναι πιο εύκολο να προσπαθήσετε να το συνειδητοποιήσετε λίγο αργότερα, αφού συνειδητοποιήσετε ότι όλα όσα συνειδητοποιήσατε ως τότε είναι λάθος.
Ο λόγος που δεν είναι σύμπαντα είναι ότι το κάθε σύμπαν δεν είναι στην πραγματικότητα ένα πράγμα καθεαυτό, αλλά απλώς ένας τρόπος να βλέπεις αυτό που τυπικά ονομάζεται ΓΣΚΛ, ή Γενικό Συνονθύλευμα Κάθε Λογής. Το Γενικό Συνονθύλευμα Κάθε Λογής δεν υπάρχει ούτε κι αυτό στην πραγματικότητα, αλλά είναι απλώς το τελικό σύνολο όλων των διαφορετικών τρόπων που θα μπορούσε να το δει κανείς, αν υπήρχε.
Δεν είναι παράλληλα, επίσης, για τον ίδιο λόγο που η θάλασσα δεν είναι παράλληλη. Αυτό δεν σημαίνει τίποτα. Μπορείς να κάνεις μια τομή στο Γενικό Συνονθύλευμα Κάθε Λογής μ’ όποιον τρόπο θέλεις και συνήθως το αποτέλεσμα θα είναι κάτι που κάποιος θα το θεωρήσει πατρίδα.»

Douglas Adams


Η τομή, ή πατρίδα αν προτιμάτε, που μας ενδιαφέρει εδώ χτυπήθηκε από  κάποιο σωματίδιο που δεν χτύπησε τις άλλες. Η ίσως φύσηξε λίγο διαφορετικά ο άνεμος ή πέταξε αλλιώτικα μια πεταλούδα. Τίποτα σημαντικό στη γενική κλίμακα των πραγμάτων, θα έλεγε κάποιος. Το πρόβλημα όμως αν έλεγε κάτι τέτοιο θα ήταν ότι θα έλεγε ανοησίες.
Σε κάτι τόσο πολύπλοκο όπως το σύμπαν, από τη στιγμή που κάτι θα συμβεί κανείς δεν ξέρει που θα καταλήξει.
Στη δική μας τομή , στη δική μας πατρίδα , στο σύμπαν στο οποίο μπορούμε να αντιληφθούμε μια τέτοια αλληλουχία γεγονότων οδήγησε σ ένα τραγικό ατύχημα.
Πριν το ατύχημα όμως, υπήρχε η ζωή. Η ζωή που έχει τους δικούς της κανόνες και που αφήνει πάντα το στίγμα της. Κι αυτό το στίγμα ήταν έντονο για πολλούς ανθρώπους στο χάος αυτής της τομής του Γενικού Συνονθυλεύματος Κάθε Λογής. Γι αυτό η πίκρα δεν ωφελεί. Κι όποιος ζητάει μια παρηγοριά μπορεί να σκεφτεί  ότι σε άπειρες άλλες φέτες του Γενικού Συνονθυλεύματος Κάθε Λογής, σε άπειρες άλλες πατρίδες αυτό δεν συνέβη ποτέ. Κι εκεί ακούγεται φωνή ακόμα πίσω απ τα μικρόφωνα και πληκτρολογούνται λέξεις πίσω απ τις οθόνες.

Σ αυτή όμως την τομή, σ αυτή την πατρίδα …

So long, and thanks for all the fish 

 

 

Άντρες

«Κύριε Γιάννη … »  ,  «Μίλα κύριε Γιάννη»
Ο νεαρός άνδρας χτύπαγε ελαφρά στο πρόσωπο τον ηλικιωμένο κύριο που ήταν πεσμένος στο οδόστρωμα και του μαλαζε τα χέρια να κυκλοφορήσει το αίμα. Δίπλα και επικίνδυνα κοντά ένα Fiat Uno σταματημένο κάθετα στο δρόμο με τον πιτσιρικά οδηγό του πιό κίτρινο κι απ τον κύριο Γιάννη να ψελλίζει «δεν τον χτύπησα» «πετάχτηκε απ το πουθενά» και «θα με σκοτώσει ο πατέρας μου». Το μακρύ φρενάρισμα πίσω έδειχνε οτι στο τσακ αποφεύχθηκε ένα φοβερό ατύχημα. Ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται…


Τέσσερις μέρες πριν , ο κύριος Γιάννης έπινε ένα ουζάκι στο καφενείο μαζί με τον Νίκο το φίλο του κοιτάζοντας βαριεστημένα τα ταβάνια και τους τοίχους. Είχε χαλάσει το πρόγραμμα τους και αυτό στην ηλικία τους δεν ήταν μικρό πράγμα. Ο τρίτος της παρέας ο Παντελής μπήκε για λίγες μέρες στο Συνέχεια