– Μη μου γεμίσετε το φέρετρο λουλούδια ρε μαλάκες, δεν τα μπορώ

– Και τι να βάλουμε μέσα ρε ? Τσίπουρα ?

– Ένα τσιγάρο για το δρόμο

 

Advertisements

Κρίκοι σε μια αλυσίδα

40435708_690365177999667_1291783277664796672_n

Πρώτα μπαίνει στο αμπέλι ο πατέρας.

Κινείται σα να ψάχνει αλλά στην πραγματικότητα ξέρει ακριβώς εδώ και μέρες που θα το βρει. Η θεατρικότητα είναι απαραίτητο στοιχείο του τελετουργικού. Κοιτάει ένα ένα τα κλήματα και κόβει το πιο καλοσχηματισμένο το πιο τέλειο σταφύλι και το προσφέρει στη μάνα.  Αυτή το δοκιμάζει. Και ξεκινάμε


«Είναι παράδοση του χωριού ?» Με ρωτάει ο μικρός. «Όχι μόνο ο παπούς το κάνει. Οικογενειακή μας παράδοση». «Γύπας ο παππούς» λέει ο μικρός και ξεραίνεται στα γέλια.

Φέτος πρώτη χρονιά αποφάσισε να χάσει τον αγιασμό στο σχολείο και ν ακολουθήσει τον τρύγο. Μάλλον έπαιξε ρόλο και μια ιδιαίτερη φιλία που έκανε το καλοκαίρι. Είναι σ αυτή την ηλικία.


Μετά τον πατέρα μπαίνουν στο χωράφι οι γυναίκες. Θείες/ανηψιές/ξαδέρφες. Είναι οικογενειακή υπόθεση. Σήμερα στο δικό μας αμπέλι, αύριο στου θείου κλπ. Κόβουν τα σταφύλια και τραγουδάνε. Πότε η μια και πότε η άλλη. Οι υπόλοιπες συνοδεύουν. Οι άντρες κουβαλάνε τα γεμάτα καφάσια. Δεν έχουμε πλέον κοφίνια.


Ο  μικρός μας βγήκε λίρα εκατό. Τρέχει από δω από κει κουβαλάει κόβει. Θέλει να φαίνεται χρήσιμος. «Βγάλτον μια φωτογραφία με τον πατέρα σου» λέει η μάνα. «Να τη βάλεις σ αυτά τα ιντερνέτ» λέει με καμάρι «να τη δει κι ο αδερφός μου στην Αθήνα». Μετά ψάχνει τον πατέρα. Ανησυχεί. «Κάτσε τωρα εσύ. Μη παιδεύεσαι. Εσύ πρέπει μόνο να διατάζεις». «Γιατί κάνας γέροντας είμαι ?» απαντάει αυτός και ξεκαρδίζεται


Κοφίνια δεν έχουμε αλλά έχουμε το παλιό σκαφόνι. Πατάμε με τα πόδια λίγα για το καλό και τις φωτογραφίες πριν αναλάβει η μηχανή. Μπαίνουν μέσα τα πιτσιρίκια. Τη μικρή Μαργαρίτα την τσίμπησε μέλισσα. Κλάματα. Περνάνε τουρίστες φωτογραφίζουν. Οι πιο γενναίοι πλησιάζουν να δουν από κοντά. Τους κερνάμε σταφύλια.


‘Τελειώσαμε μπαμπά ?» . «Όχι. Θα αφήσουμε το μούστο δυό μέρες στο σκαφόνι με τα στέμφυλα και μετά θα τον βάλουμε στα βαρέλια. Μετά θα τα στίψουμε με το πιεστήριο να βγάλουν και το τελευταίο ζουμί. Στο μεταξύ θα πλύνουμε τα καφάσια να τα βάλουμε στη θέση τους και θα καθαρίσουμε τα βαρέλια».


Ο μούστος άρχισε το τραγούδι του. Αυτός ο καθυσυχαστικός ήχος του βρασμού. Σε λίγες μέρες θα κλείσουν οριστικά ως τη μέρα που θα τ ανοίξουμε για να πιούμε κρασί. Εμείς ήρθε η ώρα να φύγουμε. «Ότι μένει θα το κάνει ο θείος» του λέω


Κοιτάζω τη φωτογραφία. Παππούς και εγγονός στο αμπέλι που φύτεψε ο προπάππους.

«Σ άρεσε ρε ?» τον ρωτάω. «Ωραία ήταν μου λέει. Θα ξανάρθω μαζί σου του χρόνου»

Άλλος ένας κρίκος μπήκε στην αλυσίδα. Όχι όμως αλυσίδα που σε κρατάει ακίνητο.

Αλυσίδα που κρατιέσαι να μην πέσεις

 

(η φωτό είναι αγνώστου από τρύγο στην Κέρκυρα μάλλον τέλη ’70 αρχές ’80)

15 – 50

Κατάλαβα αμέσως γιατί «με το χαζό» και γιατί μετά τις ενιάμιση.

Φτάσαμε δέκα παρά είκοσι. Κατέβηκε κρατώντας τον ορό. Αδύνατος χωρίς μαλλιά. Η θεραπεία βλέπεις

«Άρρωστο άνθρωπο ρε μαλάκες και μ έχετε να περιμένω ? Δεν ντρέπεστε ?»

Πήγαμε στην άκρη του κτιρίου. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά να βεβαιωθεί και άπλωσε το χέρι στο άλλον. «Φέρε» του είπε.

Ανάψαμε όλοι απ την ίδια φωτιά

«Θυμάσαι ρε», μου λέει, «στο μαγαζί του πατέρα μου που ήμασταν 15 χρονών και του ‘χα κλέψει το πακέτο ?»

«Και τώρα που είμαστε κοντά 50 το ίδιο πράγμα τρέμουμε. Μη μας τσακώσουν να καπνίζουμε.»

«Πλάκα δεν έχει ?»

Ιππότης

Κάλπαζε ατρόμητος σε δάση κάστρα και χωριά, σε μάχες και σε γιορτές.

Απολάμβανε τα πονηρά βλέμματα των δεσποινίδων της αυλής και την ευγνωμοσύνη των χωρικών.

Έτοιμος να υπερασπιστεί όποιον είχε ανάγκη. Χωρίς φόβο

Γιατί να φοβάται ? Τα βέλη των εχθρών του εξοστρακίζονταν πάνω στην τρομερή πανοπλία του. Τα χτυπήματα των σπαθιών τους, έφερναν μόνο ένα ελαφρύ κουδούνισμα στ αυτιά του. Ακόμα και το πιό σκληρό δόρυ προκαλούσε ένα μικρό τράνταγμα

Ηταν ένας ανίκητος ήρωας χωμένος πάντα μέσα στη σιδερένια φορεσιά του.

Το μόνο που τον βασάνιζε αραιά και που, ήταν μήπως έρθει μια μέρα που θα πεθυμούσε πολύ ενα χάδι

Too Old

Μιά στραβοκλωτσιά και τους έφυγε η μπάλα έξω από το παρκάκι που έπαιζαν στο πεζοδρόμιο.

Τη σταμάτησα με άψογο κοντρόλ, και κάνοντας δυό γκελάκια για επίδειξη χωρίς η μπάλα να ακουμπήσει έδαφος, μ ένα ψηλοκρεμαστό απαλό σουτ την επέστρεψα γλυκά – γλυκά στο κέντρο του χώρου που χρησιμοποιούσαν για γήπεδο

Για δυό τρία δευτερόλεπτα περίμενα άλλη μια πάσα

«Ευχαριστούμε κύριε» μου είπαν

Τρεις το λάδι τρεις το ξύδι

[Δεν είναι ένα άρθρο όπως τα άλλα του ιστολογίου. Είναι μια μπακαλίστικη προσέγγιση σ’ ένα από τα προβλήματα της χώρας οπότε οι φαν μπορείτε να σταματήσετε να διαβάζετε εδώ]

Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ήρθατε απ το εξωτερικό για διακοπές (οπότε φέρνετε λεφτά καινούρια στη χώρα) και αποφασίσατε να κάνετε κάποια μερεμέτια στο πατρικό σας. Φέρνετε το μάστορα και σας λέει να αγοράσετε τα υλικά και οτι η δουλειά του θα κοστίσει 100€ .

Κύριος ο μάστορας, σας κόβει κανονικά απόδειξη και ως νοικοκύρης που είναι κρατάει στην άκρη 19.35€ για το ΦΠΑ του και 18,13€ για την εφορία του (αν υποθέσουμε οτι είναι στη χαμηλότερη κλίμακα και πληρώνει 29% από το πρώτο ευρώ)

Ο ίδιος μάστορας κατά το μεσημέρι παίρνει τα 62,52€ που του απέμειναν και πάει το αυτοκίνητο στο συνεργείο όπου ο συνεργειάς για τη δουλειά του ζητάει ακριβώς τόσα (για να μη δυσκολευτούμε με τις πράξεις) .

Κύριος και ο συνεργειάς (έκπληξη) κόβει κανονικά απόδειξη, και ως νοικοκύρης επίσης κρατάει στην άκρη 12,10€ για το ΦΠΑ και 11,33€ για την εφορία. Κι αυτός στη χαμηλή κλίμακα επίσης.

Με τα 39,08€ στην τσέπη το απόγευμα ο αγαπητός μας συνεργειάς πάει και πληρώνει τον υδραυλικό που του είχε φτιάξει το καζανάκι και μια μικρή διαρροή στο σπίτι και επειδή ζούμε στην τέλεια κοινωνία, ο υδραυλικός του κόβει απόδειξη και ως τρίτος νοικοκύρης στη σειρά κρατάει 7,56€ για το ΦΠΑ , 7,09€ για την εφορία και του μένουν 24,43€ ακριβώς.

Χρίς να υπολογίσουμε λοιπόν τις υπόλοιπες υποχρεώσεις των φίλων μας στο κράτος (ΕΦΚΑ, ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας, τέλος επιτιδεύματος κλπ) σε τρείς μόνο συναλλαγές και στην ελάχιστη κλίμακα φορολόγησης το ελληνικό κράτος πήρε πάνω από το 75% των χρημάτων.

Μπορεί ο καθένας να έχει τη δική του εκτίμηση για το αν χρησιμποιεί σωστά (χε χε χε) ή λάθος αυτά τα χρήματα, αλλά μ αυτά τα νούμερα πείτε bye bye στην ανάπτυξη (χε χε χε ξανα) και welcome στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή

 

 

 

 

 

There are Dragons

Ξύπνησε ξανά μ αυτό το φρικτό ουρλιαχτό.

Το ουρλιαχτό κατέβηκε το χτισμένο στον πιό απόκρημνο βράχο κάστρο του βασιλείου του Γκιτ κύλησε στη μεγάλη χαράδρα του υπερποταμού Ρορ έπεσε με όλη την ορμή του στο πανδάσος των γιγαντιαίων βατομουριών και έσβησε σαν ψίθυρος στο Έλος της Λήθης όπου τάραξε τον πρωινό καφέ του μινιβάτραχου των νουφάρων ο οποίdragon-3ος εκνευρίστηκε αφάνταστα με αποτέλεσμα να κάνει λάθος στη φορολογική του δήλωση κάτι που αποδείχτηκε οτι είχε ολέθριες συνέπειες για το γαλαξία μας αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας τώρα.

Η έκφραση «ξύπνησε με αυτό το φρικτό ουρλιαχτό» δεν είναι σωστή μιας και πρώτα ξύπνησε και συνειδητοποιώντας οτι βρίσκεται για χιλιοστή εφτακοσιοστή εικοστή πέμπτη μέρα στο ίδιο μέρος, ούρλιαξε από οργή όπως μόνο ένας δράκος της τάξης του μπορούσε να ουρλιάξει.

Για χιλιοστή χιλιοστή εφτακοσιοστή εικοστή πέμπτη μέρα θα ήταν υποχρεωμένος να προσέχει και να υπηρετεί την Μαριγώ την πριγκίπισσα του Γκιτ , τη μοναχοκόρη του βασιλιά Χάρμπαρ την πιο όμορφη απ τις πριγκίπισες του σύμπαντος του Αποκόσμου με μαλλιά ξανθά σαν τις ακτίνες των διδύμων Ήλιων του Μαρ διαχεόμενες απ το χρυσό πρίσμα του Κλακδ , μάτια πιό πράσινα απ το υπερπράσινο των σμαραγδίων της αβύσσου του άπατου ωκεανού της Έκλεχορ, χείλη πιό κόκκινα απ τις παπαρούνες του Κήπου της Έκτης Διάστασης, πρόσωπο και κορμί σαν σμιλεμένα από τον Ικτιν της Άθες, κάτοχο των μαγικών σφυριού και σκαρπέλου της Σπαρς, δέρμα πιό λευκό απ το φτέρωμα του θεικού περιστεριού της Σχελης , φακίδες καφέ σαν φακές Εγκλουβής, και εντελώς στριμμένο άντερο.

Λόγω του τελευταίου χαρακτηριστικού της άλλωστε ο βασιλιάς Χάρμπαρ αποφάσισε οτι ανυπερθέτως και χωρίς καμμιά καθυστέρηση η πριγκίπισσα πρέπει να κλειστεί σε κάστρο την επομένη των δέκατων έκτων γενεθλίων της, παρά την αντίθετη άποψη και της εκκλήσεις της καλής μητριάς της («δεν είναι μέρος αυτό για ένα κορίτσι» , «πρέπει να συνεχίσει τις σπουδές της» , «την περιμένουν Μύκονο οι συμμαθήτριές της» κλπ κλπ), αφήνοντας απηυδισμένος να ξεφύγει απ το στόμα του η φράση που δεν τον άφησαν ποτέ να ξεχάσει οι πολιτικοί του αντίπαλοι «να βρεί κανα μαλάκα άλλον να την ανέχεται».


Εδώ λογικά θα σας έχουν δημιουργηθεί κάποια κενά. «γιατί ήταν δυστυχισμένος ο δράκος ; Αυτό δεν υποτίθεται οτι πρέπει να κάνει ένας δράκος ;» και «γιατί την κλείδωσε σε κάστρο αφού ήθελε να την παντρέψει ; » .

Αυτό συμβαίνει γιατί έχει περάσει τελείως λάθος στο λαϊκό υποσυνείδητο το κόνσεπτ «Πύργος – Πριγκίπισσα – Δράκος». Αυτό που συμβαίνει είναι το ακριβώς αντίθετο απ το : «ο δράκος απομακρύνει από το κάστρο υποψήφιους πρίγκηπες σε άσπρο άλογο».

Το όλο κόνσεπτ είναι ένα κάλεσμα.

Στην πραγματικότητα ο εκάστοτε βασιλιάς κλείνει την άσχημη ή με προβλήματα συμπεριφοράς κόρη του σ ένα κάστρο λέγοντας στην ουσία «εδώ είναι μια πριγκίπισσα ελάτε να την πάρετε» βάζοντας να την προσέχει ένας αδύναμος δράκος κατωτέρας τάξης γιατί δεν θέλουμε να συμβεί κανένα ατύχημα στον πρίγκηπα ή στο άσπρο άλογο ε ? Ο δράκος κατόπιν πρόβαλει μια ασθενή αντίσταση, το ευτυχές γεγονός γινόταν γεγονός , το ζευγάρι έχει μια όμορφη ηρωική ιστορία να διηγηθεί και ο δράκος (με πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη και εξτρα μπόνους) έφευγε προς αναζήτηση άλλης δουλειάς.


 

Αυτός ο δράκος όμως δεν ήταν τέτοιος δράκος. Καθόλου όμως. Ήταν ο αυτοκράτορας όλων των δρακοβασιλείων. Ο απόλυτος άρχων με δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του. Ο στρατάρχης του δρακοστρατού. Ο διοικητής της χιλιοτραγουδισμένης δρακοσυμορίας των τετρακοσίων.  Αυτός που νίκησε τον ανίκητο για χίλια χρόνια γίγαντα του Κρον αποκτώντας μόνο μια πληγή πίσω στον αριστερό ώμο απ το διαμαντένιο του δόρυ. Ο μόνος εραστής του δρακοχαρεμιού των 39 αειπάρθενων και αποκλειστικός χρήστης της δρακοσπαλιάς (δεν είναι τυπογραφικό, δρακοσπαλιά είναι SPA για δράκους)

Στην ηλικία των 851 ετών, μια μέση ηλικία για ένα δράκο, θα έπρεπε να ετοιμάζει ήδη τον διάδοχό του υποβάλλοντάς τον σε σκληρές δοκιμασίες ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις μελλοντικές του υποχρεώσεις, αντί να κάθεται και να υπομένει τα καπρίτσια της Μαριγώς όσο περιμένει τον πρίγκηπα. Αλλά ο διάδοχός του ήταν ένα αυγό. Το μόνο αυτοκρατορικό αυγό που αποκτά ένας δράκος στη διάρκεια της ζωής του το οποίο ο βασιλιάς Χάρμπαρ έκλεψε με δόλο και μ αυτό τον εκβίασε. «Κανα χρόνο του είπε θα κάτσεις, μόνο σε σένα έχω εμπιστοσύνη και μετά θα πάρεις το αυγό σου και θα κάνεις ότι αγαπάς».

Θα μπορούσε ν αντέξει τόσο. Θα μπορούσε αλλά δεν είχε υπολόγισει οτι πλέον οι πρίγκιπες είναι κάτι μουσάτοι με γυαλιά που έρχονταν με βέσπες αντί για άσπρα άλογα στο κάστρο τοιχοκολλώντας ψηφίσματα για τα δικαιώματα των δράκων.

Κι έτσι πέρασε λίγο παραπάνω χρόνος. «Χίλιες εφτακόσιες είκοσι τέσσερις μέρες» ψιθύρισε μέσα του. Σχεδόν πέντε χρόνια. Πέντε χρόνια που έπρεπε να ψάχνει μήλα με ακριβώς την απόχρωση του μήλου που έδωσε η μάγισσα στη Χιονάτη. Πέντε χρόνια που έπρεπε να βρεί κοκαλάκια για τα μαλλιά από ξύλο σημύδας το οποίο έπρεπε να έχει κοπεί όπωσδήποτε από τους επτά νάνους και σκαλισμένο απ τον Τζεπέτο παρ όλο που εξηγούσε πως οι επτά νάνοι είναι εκατοντάδες χρόνια στη σύνταξη και δεν μπορούν πια ούτε να σηκώσουν το τσεκούρι και ο Τζεπέτο μας άφησε χρόνους. Πέντε χρόνια που έπρεπε να βρίσκει τη γιαγιά της κοκκινοσκουφίτσας να την κοιμίζει με παραμύθια τα βράδια που δεν την έπαιρνε ο ύπνος. Πέντε χρόνια που έπρεπε να ανέχεται τις ηλίθιες φίλες της, τη Χιονάτη που ερχόταν με τα πουλάκια γύρω της και του έλεγε οτι «είναι σίγουρη πως κρύβει μια χρυσή καρδιά πίσω απ αυτό το άγριο παρουσιαστικό» (θα της έδειχνε αυτός μόλις ελευθερωνόταν τη χρυσή του καρδιά), τη Ραπουνζέλ που γέμιζε το σπίτι τρίχες, τη Σταχτοπούτα που δεν έχανε ευκαιρία να του πει πόσο ακάθαρτο ήταν το κάστρο. Μόνο την ωραία κοιμωμένη συμπαθούσε. Ερχόταν και κοιμόταν ήσυχα ήσυχα στον καναπέ όσο οι άλλες την έβαφαν κλόουν ή όσο έκαναν μπάρμπεκιου στη φωτιά της ανάσας του κακαρίζοντας και γυρνώντας του το αυτί «για να αυξομοιώσουν την ένταση «.

Θα άντεχε αν δεν υπήρχε το εξευτελιστικό και επίπονο «λέπιδομασαζ» . Είχε ανακαλύψει οτι ο καλύτερος τρόπος να μαλακώνει τις φτέρνες της ήταν να τις τρίβει στα λέπια του και μάλιστα σ ένα συγκεκριμένο σημείο. Αυτό. Αυτό που σκεφτήκατε. Στο πίσω μέρος της πλάτης. Στην πληγή από τον γίγαντα του Κρόν. Εκεί που πονούσε φρικτά.

Χίλιες εφτακόσιες εικοσι πέντε μέρες σκέφτηκε ξανά πίνοντας το ουίσκυ του λίγο πριν πέσει για ύπνο. Κι η πριγκίπισσα μεγάλωνε. Ήταν ήδη εικοσιένα.

Κοίταξε έξω απ το παράθυρο στη μαύρη νύχτα ελπίζοντας μάταια για ακόμα μια φορά να δει έναν πρίγκηπα μ ένα άσπρο άλογο που θα έρχονταν να τον σώσει.

Σιγά να μην, ψιθύρισε στον εαυτό του. Αυτά ούτε στα παραμύθια δεν γίνονται…

.

.

.

.

.

.

.

.

.

(Για χιλιοστή εφτακοσιοστή εικοστή πέμπτη μέρα η Μαριγώ κοιμήθηκε ευτυχισμένη στα μεταξωτά της σεντόνια. Αυτή κι ο δρακοέρωτας της. Μόνοι τους. Στον Πύργο. Να του δείχνει κάθε μέρα πόσο τον αγαπά. Για πάντα)