Άντρες

«Κύριε Γιάννη … »  ,  «Μίλα κύριε Γιάννη»
Ο νεαρός άνδρας χτύπαγε ελαφρά στο πρόσωπο τον ηλικιωμένο κύριο που ήταν πεσμένος στο οδόστρωμα και του μαλαζε τα χέρια να κυκλοφορήσει το αίμα. Δίπλα και επικίνδυνα κοντά ένα Fiat Uno σταματημένο κάθετα στο δρόμο με τον πιτσιρικά οδηγό του πιό κίτρινο κι απ τον κύριο Γιάννη να ψελλίζει «δεν τον χτύπησα» «πετάχτηκε απ το πουθενά» και «θα με σκοτώσει ο πατέρας μου». Το μακρύ φρενάρισμα πίσω έδειχνε οτι στο τσακ αποφεύχθηκε ένα φοβερό ατύχημα. Ο κόσμος είχε αρχίσει να μαζεύεται…


Τέσσερις μέρες πριν , ο κύριος Γιάννης έπινε ένα ουζάκι στο καφενείο μαζί με τον Νίκο το φίλο του κοιτάζοντας βαριεστημένα τα ταβάνια και τους τοίχους. Είχε χαλάσει το πρόγραμμα τους και αυτό στην ηλικία τους δεν ήταν μικρό πράγμα. Ο τρίτος της παρέας ο Παντελής μπήκε για λίγες μέρες στο νοσοκομείο, όχι κατι σοβαρό, και η καθημερινή παρτίδα πρέφας ήταν αδύνατο να συντελεστεί.
«Να παίξουμε ένα ταβλάκι» πρότεινε ο κύριος Νίκος αλλά η αναμενόμενη και πολλάκις εκφρασμένη απάντηση του κυρίου Γιάννη δεν άργησε να έρθει :»παιχνίδι που δεν έχει πάσο εγώ δεν παίζω». Επρεπε να το πάρουν απόφαση και να ελπίζουν στη σύντομη επιστροφή του Παντελή όταν απ το διπλανό τραπέζι ακούστηκε : «Να παίξω εγώ ?»


Το μουρμουρητό του κόσμου άρχισε να πυκνώνει. Ο κύριος Γιάννης. Καλός άνθρωπος. Πραγματικός κύριος. Σοβαρός και μετρημένος. Συνταξιούχος δάσκαλος , καθε μέρα έκανε βόλτα στη γειτονιά ειδικά εδώ και δυό χρόνια που έχασε τη γυναίκα του και έκανε τα ψώνια μόνος του. Πάντα με την καλή κουβέντα την καλημέρα και την καλησπέρα του. Τα μάτια του όμως είχαν μια πίκρα. Βασανισμένος ο κύριος Γιάννης. Πολλά βάσανα.


Ηταν ο Παναγιωτάκης που ήθελε να παίξει.
Φοιτητής μαθηματικού ο Παναγιωτάκης , του άρεσε να κάθεται στο καφενείο το απόγευμα και να παρακολουθεί τους «θείους» όπως τους έλεγε να παίζουν πρέφα. Μετά τον πρώτο μήνα δειλά δειλά , εξέφρασε το αίτημα να παίξει κι αυτός. Ηξερε μπρίτζ τους είπε και είχε καταλάβει εύκολα την πρέφα. Αυτό ήταν. Είκοσι μέρες τώρα , από τότε που το είπε, τον είχαν στο δούλεμα. «Παίξε με το τάμπλετ σου» του έλεγαν , «ρε μας έγινε κι ο Παναγιωτάκης πρεφαδόρος» τον ειρωνεύονταν , ούζα τον κέρναγαγαν γιατί ο Παναγιωτάκης έπινε μόνο φυσικούς χυμούς και «πως θα παίξεις πρέφα χωρίς να πίνεις ούζο ?» τον ρώταγαν μέχρι και να πάει να πιάσει κανένα πόκεμον του είπαν (ένας θεός ξέρει που το άκουσαν). Μα να ζητάει να παίξει με 60 χρόνια πρεφαδόρους ?  Σα να θέλει ο Μπάμπης απ το τοπικό να παίξει στη Μπαρτσελόνα.
Τωρα όμως ήταν με την πλάτη στον τοίχο. Ή θα έλεγαν ναι ή θα έπρεπε να ανέχονται τους κωλόγερους και τις κουβέντες για τα πολιτικά τους , τα ζάχαρά τους , τα φάρμακά τους. Αποκλείεται. Θα έπαιζαν με τον Παναγιωτάκη. Οχι καπίκια. Να μην του πάρουν τα λεφτά του παιδιού. Οποιος χάνει πληρώνει τα ούζα. Χυμό μάλλον δεν θα χρειαστεί να πληρώσουν.
Εβαλαν 50 κάσα και ξεκίνησαν …


Άσπρη μέρα δεν είχε δεί ο κύριος Γιάννης απ όταν πήρε τη σύνταξη , σιγοψιθύριζαν οι κυράδες που είχαν μαζευτεί. «Αυτός ο γιός του , αυτός» . Του έφαγε το εφάπαξ για να το παίζει επιχειρηματίας. «Και τον έβαλε και να δανειστεί» «και να πουλήσει και κείνο το χωράφι στο χωριό» «και πάλι καταχρεωμένος είναι». «Απο τότε τον έπιασε η καρδιά του» . «κι η γυναίκα του μ αυτό το μαράζι πήγε». Το δράμα στη ζωή του κυρίου Γιάννη εκεί ένα απόγευμα στη μέση του δρόμου ξετυλίγονταν με κάθε πιθανή λεπτομέρεια , από ψίθυρους των γειτόνων και των συμπολιτών που τον έβλεπαν ανήσυχο και λίγο χαμένο τις τελευταίες μέρες.


Τους πήρε τα σώβρακα ο Παναγιωτάκης.
Δευτέρα , Τρίτη πλήρωσε το χυμό του ο κύριος Γιάννης , Τετάρτη ο κύριος Νίκος. Τύχη του πρωτάρη έλεγαν αλλά ήξεραν οτι δεν ήταν έτσι. Την πρώτη φορά που τον έβαλε σολαρία (τα είπε εφτά κούπες και είχε εννιά μπάζες στο χέρι ο αθεόφοβος χωρίς τον άσσο) ο κυρ Νίκος πήγε να πάθει εγκεφαλικό. Κι αυτό το κωλόπαιδο μπήκε αμέσως στο νόημα. Τους πρότεινε να τους μάθει pokemoGo για να μη πληρώνουν και τους κέρασε φυσικό χυμό ρόδι. Πέμπτη σήμερα έπρεπε οπωσδήποτε να πληρώσει. Η καζούρα απ τον Παντελή μόλις έβγαινε απ το νοσοκομείο δεν θα είχε προηγούμενο. Αλλά δεν τους πήγαινε και το χαρτί. Δεν τους πήγαινε. Λίγο παραπάνω τύχη και θα τον κέρδιζαν σκεφτόταν καθώς κατηφόριζε το στενό για να βγεί στον κεντρικό δρόμο που ήταν το καφενείο. Λίγο καλύτερο φύλλο…


Το μουρμουρητό δεν έλεγε να κοπάσει. «Γιατί η κόρη του ? Καλή κι αυτή» . Στα χωρίσματα η κόρη του κυρίου Γιάννη είναι και με το δεύτερο άντρα της. Ποσα μαθαίνεις ανάμεσα στον κόσμο. «Τα καημένα τα παιδιά. Χωρίζουν οι γονείς και την πληρώνουν αυτά» «είναι πάλι έγκυος έμαθα» οι ψίθυροι άρχισαν να ξεφεύγουν από την απλή αναφορά γεγονότων , «μήπως μπήκε καμιά φυλακή ο γιός του» και «ακουσα το μικρό του εγγόνι έχει κάποιο πρόβλημα» .
«Κι αν έπεσε επίτηδες στις ρόδες ?»
Οι ψίθυροι σώπασαν ξαφινκά όπως όταν σταμάταει η μουσική σ ένα κλαμπ.
«Κι αν έπεσε επίτηδες στις ρόδες ?»
Ακουγόταν μόνο η σειρήνα του ασθενοφόρου που πλησίαζε.
«Κι αν έπεσε επίτηδες στις ρόδες ?»


Χίλιες σκέψεις πλημμύριζαν το μυαλό του κυρίου Γιάννη, χίλιες πιθανότητες, χίλιοι δυνατοί συνδυασμοί εκείνο το απόγευμα Πέμπτης όπως προσπαθούσε να περάσει το δρόμο, εκτός απ τη σκέψη ενός κατακόκκινου Fiat Punto που φρέναρε στριγκλίζοντας 30 εκατοστά μπροστά του και τον έριξε λιπόθυμο απ την τρομάρα στο οδόστρωμα. Τώρα καθώς συνερχόταν σιγά σιγά ακουγε τον ήχο μιας σειρήνας.

«Μίλα κύριε Γιάννη , μίλα» «Θα μιλήσεις επιτέλους ?»
Ανοιξε αργά τα μάτια του και είδε πάνω του τον κόσμο. Ειδε το ασθενοφόρο. Ειδε και τον Παναγιωτάκη να του κρατάει το χέρι

«Εφτά αχρωμάτιστα» του είπε . «Και οι άσσοι»

Advertisements