Big Apple


Fly me

Ο Γεώργιος Παπαδόπουλος του Νικολάου ετών 32 μηχανικός λογισμικού από Αθήνα, τράβηξε το μοχλό στα αριστερά του για να φέρει το κάθισμα σε πιό αναπαυτική θέση και χαμογέλασε «ναι» σε άλλη μιά προσφορά ποτού της ξανθιάς αεροσυνοδού. Ο χαρακτηρισμός «κάθισμα» ή «πολυθρόνα» ήταν λίγος βέβαια για να περιγράψει την θέση στη business class την τελευταίας πτήσης Θεσσαλονίκη-Νέα Υόρκη της αεροπορικής εταιρίας. «Θρόνο» θα την έλεγε ο ίδιος. Μετά από μισή ώρα άγχους που εξελισσόταν στιγμές-στιγμές σε πανικό , αποφάσισε οτι δεν μπορεί να κάνει τίποτα πιά και θα απολάμβανε αυτό το ξαφνικό και ανέλπιστο (δυό επίθετα που σπάνια μπαίνουν δίπλα στο επίθετο «υπερατλαντικό») ταξίδι όσο μπορούσε. Μέχρι που αποφάσισε ακόμα και να μιλήσει στην σταρλετίτσα δίπλα του , ή και στον διάσημο τραγουδιστή μπροστά του που μάλλον θα πήγαινε για κάποια αρπαχτή στους ομογενείς. Οταν προσγειωνόταν το αεροπλάνο θα έβλεπε τι θα έκανε. Οι αεροσυνοδοί κοιτάχτηκαν χαμογελώντας βλέποντας να ηρεμεί ο ανήσυχος επιβάτης , ανησυχία που είχαν αποδώσει σε «φόβο πτήσης». Δεν είχαν ιδέα πόσο λάθος έκαναν …

Μιάμιση ώρα πρίν ο ίδιος επιβάτης έτρεχε αλαφιασμένος μέσα στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» με μιά μόνο αποσκευή στα χέρια, να προλάβει την πτήση του για Αθήνα. Είχε αργήσει πάλι. Καμιά φορά σκεφτόταν οτι αν υπήρχε θεός της αργοπορίας θα ήταν ο ίδιος. Αν όχι ο θεός κάποιος άγιος. Άγιος όμως σημαντικός. Με εκκλησίες και μοναστήρια και λατρευτικά τάγματα στο όνομά του. Σχεδόν πάντα αργούσε. Ηταν μιά μεταφυσική κατάσταση απ την οποία αδυνατούσε να ξεφύγει. Το είχαν αποδεχτεί οι συνάδελφοί του , οι φίλοι του και η οικογένεια του όχι όμως ο ίδιος. Τον βασάνιζε. Όσες φιλότιμες προσπάθειες κι αν έκανε πάντα κατέληγε να αργεί. Οπως σήμερα. Έφυγε στην ώρα του από το ξενοδοχείο, υπολόγιζε να πιεί κι έναν καφέ στο αεροδρόμιο πριν επιβιβαστεί, αλλά ένα τραγικό ατύχημα είχε κλείσει την περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης οδηγώντας τον σε αναπόφευκτη καθυστέρηση, κάνοντάς τον να φτάσει ακριβώς την στιγμή που τα μεγάφωνα ανακοίνωναν ότι «ο Γεώργιος Παπαδόπουλος , τελευταίος επιβάτης της πτήσης …» κλπ κλπ .  Βρήκε το γκισέ της εταιρίας με την άκρη του ματιού, έβγαλε το πρώτο έγγραφο που βρήκε και (ατυχώς) ήταν το διαβατήριο, το έδωσε στην υπάλληλο η οποία τον οδήγησε βιαστικά και μετά από τελείως πλημμελή έλεγχο αποσκευών και εγγράφων στο αυτοκίνητο που θα τον έπαιρνε στην σκάλα του αεροπλάνου. Κάτι δεν του πήγαινε καλά αλλά βεβαιώθηκε μόλις μπήκε στο αεροπλάνο και η βαριά πόρτα έκλεισε οριστικά πίσω του. Μετά από λίγα λεπτά πανικοβλήθηκε όταν άκουσε τον κυβερνήτη να τους καλοσωρίζει στην «τελευταία πτήση της εταιρίας τάδε από Θεσσαλονίκη για Νέα Υόρκη» και έχασε το συγκινητικό λογύδριο που ακολούθησε αδυνατώντας να σκεφτεί πως έγινε αυτό το απίστευτο λάθος και τι θα έκανε απο δώ και πέρα.

Την ίδια ώρα ο Γεώργιος Παπαδόπουλος του Νικολάου ετών 45 , γιατρός , κάτοικος Αστόριας Νέας Υόρκης , έχανε οριστικά την πτήση επιστροφής στην έδρα του μετά από δίμηνες διακοπές στα πάτρια εδάφη, διασωληνωμένος όμως στην εντατική του Ιπποκρατείου Νοσοκομείου εξαιτίας ενός τρομερού ατυχήματος στην περιφερειακή οδό Θεσσαλονίκης, είχε πολύ σοβαρότερα πράγματα να ανησυχεί.

Ενα ηλιόλουστο πρωινό Δευτέρας είχε ξημερώσει στην πόλη της Νέας Υόρκης αλλά αυτό θα το διαπίστωνε αργότερα αφού έλυνε κάποια πρακτικά θέματα που δεν σήκωναν αναβολή. Είχε περάσει τη νύχτα στο δωμάτιο ασφαλείας του αεροδρομίου μαζί με τους αστυνομικούς που αφού τον έψαξαν εξονυχιστικά και τον ανάκριναν καχύποτα κατέληξαν να δουλεύουν αυτόν και την ασφάλεια αεροδρομίων στην Ελλάδα αφού η ανταλλαγή στοιχείων με την πρεσβεία ταυτοποίησε τα στοιχεία του και διαπιστώθηκε το λάθος. Είχε τρείς μέρες ελεύθερος στη διάθεσή του , και  μετά αφου τα κανόνιζε με την πρεσβεία θα γύριζε Ελλάδα. Εψαξε ανταλλακτήριο συναλλάγματος για να κάνει δολάρια τις 300.000 δραχμές που ευτυχώς είχε εισπράξει από τον πελάτη στη Θεσσαλονίκη και υπολόγιζε να του φτάσουν, σκέφτηκε τι ωραία θα είναι που θα αποκτήσουμε ευρώ σε λίγο καιρό και θα απλοποιηθούν όλα αυτά, δεν ασχολήθηκε καθόλου με το αν δουλεύουν η πιστωτική ή το κινητό του, τρεις μέρες δεν πειράζει είπε, βρήκε ένα internet spot και τσέκαρε το yahoo mail του για να πληροφορηθεί οτι απολύθηκε αφού έχασε την  παρουσίαση το πρωί της Δευτέρας στην Αθήνα κάτι που το περίμενε και δεν τον πείραξε και τόσο, βρήκε ένα payphone και πήρε με χίλιους κόπους την αραβωνιαστικιά του η οποία πριν προλάβει να της εξηγήσει, του είπε οτι χωρίζουν γιατί τον περίμενε μάταια στο αεροδρόμιο και δεν τον άντεχε άλλο και δεν έφταιγε σε τίποτα να τα τραβάει όλα αυτά και ήθελε ένα σταθερό άνθρωπο να φτιάξει τη ζωή της και κάποια άλλα που δεν άκουσε. Αυτό τον ανακούφισε λίγο κι έκλεισε το τηλέφωνο. Το δεύτερο τηλεφώνημα ήταν στη μάνα του να της πει οτι θα τη δει την άλλη εβδομάδα και άκουσε από απέναντι «και στην Αμερική να ήσουν συχνότερα θα μας επισκεπτόσουν»με αποτέλεσμα να του φτιάξει η διάθεση και να ξεκινήσει να σχεδιάζει τη διαμονή του στο Μεγάλο Μήλο.


Business is business

Ο John O’ Hara δεν ήταν κακός αλλά ήταν ένας δυσάρεστος άνθρωπος. Συνέχεια αγχωμένος και νευρικός ήταν μια διαρκής ενόχληση για τους γύρω του. Ειδικά αυτό το πρωί καθισμένος στο μικρό καφέ στο Μανχάταν βλαστήμαγε και βλαστήμαγε και βλαστήμαγε στην τηλεφωνική υποστήριξη στο κινητό. Μιά μόνο ματιά στο φορητό του υπολογιστή , ήταν αρκετή για να διαπιστώσει ο νεαρός που καθόταν δίπλα του, εξοπλισμένος με σχεδόν όλο τον τύπο της Νέας Υόρκης , το πρόβλημα. Του είχαν αναβαθμίσει το λειτουργικό σε Windows Me. Το χειρότερο λειτουργικό σύστημα της ιστορίας , με αποτέλεσμα τα ακατανόητα μηνύματα λάθους να μονοπωλούν τον πολύτιμο χρόνο του.
Ο νεαρός άδρας τον πλησίασε και κοιτάζοντας τον υπολογιστή του είπε : «επιτρέπεται ?» . Ο κύριος O’ Hara κοίταξε για δεκα δευτερόλεπτα στα μάτια το νεαρό με την ξενική προφορά , έκλεισε το τηλέφωνο και του έδειξε «παρακαλώ» . Ένα διαγνωστικό Cd, μερικές επεμβάσεις στη registry, και δυό – τρια reboot αργότερα, ο υπολογιστής φάνηκε να έχει απαλλαγεί από τον κύριο όγκο των λαθών και να μπορεί να εκτελέσει αξιοπρεπώς τις βαρετές εργασίες που του αναθέτονταν συνήθως. «Τέλειο δεν μπορεί να γίνει» είπε ο νεαρός. «Θα περιμένετε ένα μήνα ακόμα που θα βγεί το καινούριο λειτουργικό , ελπίζοντας να είναι καλύτερο. Μέχρι τότε θα συβιβαστείτε μ αυτό» . Οι δυό άνδρες συστήθηκαν και αποδείχτηκε ο τι ο κύριος Ο’ Hara ήταν ο ιδιοκτήτης του καφέ και άλλων 71 ίδιων σε 30 πολιτείες των Ηνωμένων Πολιτείων . Ακολούθησε ένα λογύδριο για το πως τα κατάφερε και για το ότι δυό ήταν τα μυστικά της επιτυχίας του. Το ένα ήταν οτι καθε τόσο επισκεπτόταν τα καταστήματά του και έκανε τις χαμαλοδουλειές. Σερβιτόρος , μάγειρας ακόμας και λαντζέρης. Έτσι είχε πλήρη εικόνα της επιχειρησής του. Σήμερα έκανε το λογιστή και μόλις διαπίστωσε το πρόβλημα με την εταιρία υποστήριξης του μηχανογραφικού συστήματος στην οποία ήταν και μέτοχος. Το δεύτερο ήταν οτι πίστευε οτι αρκεί να κοιτάξει κάποιον δέκα δευτερόλεπτα στα μάτια , για να καταλάβει αν είναι ικανός. Θα μπορούσε να βγεί από την υποχρέωση μ ένα ευχαριστώ , και ίσως με ένα κέρασμα από το καφέ αλλά αντί γι αυτό, σήκωσε το τηλέφωνο και σχημάτισε τον αριθμό της Datum Inc. Αυτή τη φορά δεν πήρε να τσεκάρει την τηλεφωνική υποστήριξη , αλλά απευθείας το προσωπικό κινητό του διευθυντή προσωπικού. «Εχεις δείπνο εργασίας 8:30 το βράδυ με τον διευθυντή προσωπικού της Datum Inc , ενδιαφέρεσαι ?»  είπε μόλις το έκλεισε. Και μετά τον ρώτησε που μένει.


Παραδόξως αυτό που ήθελε να δει απ την πόλη δεν ήταν ούτε οι ουρανοξύστες ούτε τα μουσεία αλλά οι δρόμοι με τα δέντρα και τις οικοδομές που η πέτρινη σκάλα τους έφτανε μέχρι το πεζοδρόμιο και τα μικρά καφέ δίπλα από πάρκα. Ηθελε να διαπιστώσει αν ήταν όπως στις ταινίες. Και ήθελε να πιεί έναν καφέ. Ξεκίνησε να συμβιβάζεται με το γεγονός οτι μάλλον δεν θα έβρισκε φραπέ και έψαξε για ταξί , πράγμα που αποδείχτηκε ευκολότερο απ ότι περίμενε οπότε συμπέρανε οτι αυτοί που μιλάνε για τη δυσκολία του να βρείς ταξί στη Νέα Υόρκη δεν έχου ψάξει ποτέ ταξί στην Αθήνα. Ο ταξιτζής κατάλαβε ακριβώς. Τον πήγε σ έναν τέτοιο δρόμο στο Μανχάταν όπου περπάτησε για λίγο ενθουσιασμένος, βρήκε και πήρε ένα μάτσο εφημερίδες κάθισε και παρήγγειλε καφέ και μηλόπιτα και απολάμβανε το όμορφο πρωινό ώσπου ένας μεσήλικας κύριος δίπλα του άρχισε να βλαστημάει και να βλαστημάει και να βλαστημάει.


PG 18+

Κυλίστηκαν γυμνοί στα σεντόνια σε μια πόλη που δεν είχε πια δέκα εκατομμύρια ανθρώπους αλλά μόνο αυτούς τους δυο. Την άφησε να του κάνει ότι ήθελε. Την άφησε να τον αφήσει να της κάνει αυτός οτι ήθελε. Ψηλά σ ένα πέτρινο δέντρο στο δάσος των ουρανοξυστών δεν τους ένοιαζε πια τίποτα εκτός απ τα σώματά τους. Κλειδώθηκαν ο ένας με τον άλλον για πολύ ώρα χωρίς ούτε μια κουβέντα να βγει απ το στόμα τους.  Τον άφησε να την δει να κλαίει. Τον άφησε να την αγκαλιάσει. Κοιμήθηκε στην αγκαλιά του και μόνο η ανάσα της ακουγόταν πια. Έφυγε χωρίς να τη φιλήσει. Τον είδε να φεύγει χωρίς να πει γεια.  Αυτό που είχε γίνει ήταν οριστικό. Πλήρες .


Το λόμπι του ξενοδοχείου ήταν τεράστιο σαν γοτθικός ναός. Κοίταξε ψηλά και δεν κατάφερνε να δει από που κρεμόταν ο τεράστιος πολυέλαιος , κατάφερε να προσανατολιστεί και προχώρησε προς τη ρεσεψιόν. Οι ρεσεψιονίστ αυτού του είδους των ξενοδοχείων  έχουν δυό τρόπους να αντιμετωπίζουν τους πελάτες. Ο ένας ήταν ο δουλικός. Ο συγκεκριμένος ρεσεψιονίστ τον κοίταξε με το άλλο. Πολύ γρήγορα βέβαια το μετάνοιωσε μόλις έμαθε οτι ο νεαρός με τα ταλαιπωρημένα ρούχα ήταν φιλοξενούμενος στη σουίτα του John O’ Hara ο οποίος όταν έμαθε οτι δεν έχει ακόμα βρεί που θα μείνει του παραχώρησε τη σουίτα του αφού ο ίδιος θα έφευγε για Σικάγο την ίδια μέρα, και δεν θα άφηνε το «συνεργάτη» του όπως τον αποκάλεσε να μείνει όπου κι όπου.
Τράβηξε βαριεστημένα τη μοναδική του αποσκευή με μόνο σκοπό ένα μπάνιο κι έναν υπνάκο μέχρι την ώρα του δείπνου όταν άκουσε «Γιώργο , Γιώργο» γύρισε και είδε τη σταρλετίτσα του αεροπλάνου να τρέχει στο μέρος του. Έμεναν στο ίδιο ξενοδοχείο. «Πόσο κούλ» είπε ναζιάρικα. Είκοσι λεπτά μετά, μπανιαρισμένος αλλά άυπνος ακόμα τη συνάντησε στο λόμπι για να περάσουν μαζί το μεσημέρι τους στο Μανχάταν.
Ηταν μοντέλο ταξίδευε για μιά φωτογράφιση , θα έβλεπε τον παραγωγό (προαγωγό άκουσε) το βράδυ , ήθελε να μαζέψει χρήματα για να σπουδάσει για ν αφήσει αυτή τη δουλειά γιατί δεν της άρεσε , της άρεσε που ήταν λιγομίλητος και άκουγε και τον κοίταζε στα μάτια. Δεν ήταν ένα κορίτσι που θα τον κοίταζε ποτέ. Έτσι πίστευε. Γιατί ο Γιώργος πάνω απ όλα ήταν ένα νερντ. Μπορεί τα χρόνια που πέρασαν να έσβησαν την ακμή, μια επέμβαση να του στέρησε τα γυαλιά με το χοντρό σκελετό και άπειρη προσπάθεια να σουλούπωσε το παρουσιαστικό του αλλά ποτέ δεν θα μάθαινε να καταλαβαίνει τι λέει το βλέμμα μιας γυναίκας. Δεν του πολυάρεσε άλλωστε. Έντονο μακιγιάζ , προκλητικό ντύσιμο επιτηδευμένο μαλλί. Θα έτρωγαν κάτι μαζί αφού φρεσκαριζόταν λίγο. Πήγε να την πάρει απ το δωμάτιό της και του άνοιξε την πόρτα τυλιγμένη με μια πετσέτα χωρίς μακιγιάζ με τα βρεγμένα μαλλιά να πέφτουν ελεύθερα στους ώμους της.
Και είδε την απόλυτη καθαρή ομορφιά της που κάλυπτε όταν «φτιαχνόταν» και κατάλαβε τι έλεγαν τα μάτια της


Dinner

Έφτασε στο εστιατόριο 8:45 όπου τον περίμενε ένας εμφανώς ενοχλημένος διευθυντής προσωπικού συνηθισμένος σε σφιχτά προγράμματα και ακριβείς αφίξεις ονόματι Adam. O Adam δεν θα έκανε αυτή την αγγαρεία αν δεν ήταν ο O’ Hara που αποδεδειγμένα είχε «μάτι» . Τα μισά (και καλύτερα) στελέχη των επιχειρήσεών του τα είχε τραβήξει από περιθωριακές δουλειές γιατί «κάτι» είχε δει και τα ποσοστά του ήταν αφύσικα ψηλά. Πέρασε γρήγορα τα τυπικά και μπήκε κατευθείαν στο ψητό προσπαθώντας να  κολλήσει στον τοίχο το συνομιλητή του φέρνοντας στη συζήτηση μερικά απ τα πιο πολύπλοκα και δυσνόητα θέματα software και αλγορίθμων. Έκπληκτος διαπίστωσε πως ότι έλεγε του γύριζε μπούμερανγκ με εκπληκτική ταχύτητα από το νερντ που δεν μπόρεσε να διακρίνει με την πρώτη ματιά κάτω απ το κομψό κοστούμι. Η τεχνική επάρκεια όμως δεν είναι το μόνο ζητούμενο και γύρισε την κουβέντα στο μέλλον της βιομηχανίας. Ο λιγόλογος Γιώργος ξεκίνησε χωρίς να σταματάει να του περιγράφει τα οράματά του. Για το πως φαντάζεται το αύριο τις συσκευές και τα δίκτυα , τη σχέση του ανθρώπου μ αυτά, τις δυνατότητες και τις προοπτικές , για τις ιδέες του που δεν μπορούσε ν αναπτύξει δεμένος σε μια εταιρία τριτοκοσμικής τεχνολογικά χώρας και έλεγε έλεγε έλεγε στο μαγεμένο ακροατή του. Ο Adam έβγαλε μια κάρτα απ το πορτοφόλι του , έγραψε κάτι και του την έδωσε πριν τον καληνυχτίσει.


The End

Ξαπλωμένος στο κρεββάτι του 30ου ορόφου χαζεύοντας τα άπειρα μικρά φωτάκια των ουρανοξυστών της μεγαλούπολης ο Γεώργιος Παπαδόπουλος του Νικολάου προσπαθούσε ν αδειάσει το κεφάλι του και να κοιμηθεί μετά από μια μέρα που όσο κι αν το σκεφτόταν δεν μπορούσε να δεχτεί οτι ήταν πραγματική. Ηξερε οτι μια σύμπτωση αμέσως μετά μια σύμπτωση δεν ήταν δύο αλλά τρεις συμπτώσεις και ο αριθμός αύξανε εκθετικά για κάθε επιπλέον σύμπτωση. Ετσι η σημερινή του μέρα ήταν στατιστικά τόσο απίθανη όσο τον να κερδίσει το λόττο. Και βάλε. Το μικρό χαρτάκι στο κομοδίνο όμως επιβεβαίωνε οτι όλα ήταν αλήθεια . Θα το μεγένθυνε και θα το κορνίζωνε μόλις τελείωνε όλο αυτό. Την επόμενη μέρα είχε ραντεβού με τον CEO της Datum Inc.

Το χαρτάκι έγραφε :

Tuesday   9/11   2001  , 8:30am
Datum Inc.
World Trade Center
(North Tower)
91 store , office 10

Τον πήρε ο ύπνος

 

 

 

 

 

 

 

Advertisements

4 thoughts on “Big Apple

  1. Τα αεροπορικά ταξίδια, είναι ατέλειωτες ώρες βαρεμάρας. που διακόπτονται από στιγμές απόλυτου τρόμου. Rush Limbough.

    ΥΓ. Αναμένω τη συνέχεια! ☺

    Αρέσει σε 1 άτομο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s