Φάρμακο

Ο κυρ-Γιάννης κοίταξε άλλη μια φορά με αηδία τον καφέ του και γύρισε προς τον καφετζή. «Κωστάκη θα βάλεις κάτι να πιούμε ;» . Μια γουλιά είχε πιει εδώ και μια ώρα και αναρωτήθηκε ξανά «πως το πίνουν αυτό το πράμα ;» . «Όχι κυρ Γιάννη. Εγώ με την κυρά Μαρία δεν τα βάζω. Βρείτε τα μεταξύ σας και μετά ότι θες»

Είχε δυο μέρες τώρα που η κυρά Μαρία του είχε κόψει το κρασί, και ο άλλοτε πρόσχαρος και χωρατατζής κυρ Γιάννης καθόταν στεναχωρημένος και ανόρεχτος στο καφενείο. Δεν του το είχε κόψει τελείως βέβαια. Απλώς τον έλεγχε αυστηρά. Είχε δώσει εντολή στον καφετζή να μην του δίνει ούτε σταγόνα και αυτή του έβαζε μεσημέρι και βράδυ όσο έκρινε.

Που να φτάσει όμως αυτό στον κυρ Γιάννη …

Φημισμένος σ όλο το νησί για την αντοχή του (μόνο κρασί όμως, κανένα άλλο ποτό δεν έπινε) , ξεκινούσε κανονικά τη μέρα του με ένα μισόκιλο το πρωί , άλλο ένα με το δεκατιανό , ένα μπουκάλι το μεσημέρι με το φαγητό και μια ικανή ποσότητα από το απόγευμα ως το βράδυ στο καφενείο. Κοτσανάτος και γερός σαν μουλάρι ο κυρ Γιάννης έτρεχε στα χωράφια και στις δουλειές αγνοούσε τις συμβουλές των παιδιών του, της γυναίκας του, των φίλων του να μην πίνει τόσο πολύ.»Δεν με πειράζει» έλεγε. «Βλέπετε να ‘χω τίποτα ; Οι γιατροί δεν με ξέρουν» . «Φάρμακο είναι το κρασί»

Βέβαια ο βασικός λόγος που δεν τον ήξεραν οι γιατροί ήταν γιατί ο κυρ Γιάννης τους έτρεμε. Μια φορά είχε πάει στο νοσοκομείο στη ζωή του όταν στα 30 του έσπασε το πόδι του και από τότε ορκίστηκε να μην ξαναπάει ποτέ σε γιατρό. Κατατρόμαξε. Οι άσπρες ρόμπες, τα ιατρικά όργανα, η φαρμακίλα, οι άρρωστοι δίπλα του, το φαγητό, και οι σύριγγες. Κυρίως οι σύριγγες. Έσφαζε κότες, γουρούνια, αρνιά αλλά χεζόταν με τις σύριγγες ακόμα κι όταν τις έβλεπε στο ράφι. Οπότε έκρυβε οποιαδήποτε αδιαθεσία για να μην πάει στο γιατρό. Στάθηκε τυχερός μέχρι τώρα.

Αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που αυτή τη φορά υπάκουσε στην κυρά Μαρία. Τον είχε απειλήσει ότι θα φωνάξει τα παιδιά του απ την Αθήνα για να τον πάνε στο γιατρό αν δεν ελαττώσει το κρασί. Δεν πίστευε με τίποτα ότι ο λόγος που τον βρήκε πεσμένο στην κουζίνα ήταν η γάτα που μπλέχτηκε στα πόδια του. Νόμιζε ότι έχασε την ισορροπία του γιατί ήπιε πολύ και του άρχισε τον εξάψαλμο. «Δεν σκέφτεσαι τα παιδιά σου και τα εγγόνια σου» του έλεγε και «δυο χρόνια που έχουμε να ζήσουμε δεν θες να τα ζήσουμε σαν άνθρωποι» του έλεγε και «θες να πας πριν την ώρα σου του έλεγε» και τις απειλές για το γιατρό. Αλλιώς δεν θα της έδινε σημασία. Ούτε και για τον καφετζή τον ένοιαζε. Θα πήγαινε στον πρόεδρο το φίλο του και θα του έβαζε όσο ήθελε αλλά φοβόταν. Έπρεπε να κρατήσει μέχρι τη δευτέρα που θα ερχόταν στο χωριό ο γιατρός και μετά θα έβλεπε. Μπορεί να της πέρναγαν τα νεύρα και να την μαλάκωνε σιγά σιγά.

Κράτησε ο κυρ Γιάννης προς έκπληξη όλων. Δεν ζήτησε ξανά από τον καφετζή κρασί. Ούτε ξαναπαρακάλεσε την κυρά Μαρία το βράδυ για «λίγο ακόμα» στο γεύμα και στο δείπνο. Αλλά το πρωί τη Δευτέρα έκανε ένα μπάνιο , φόρεσε καθαρά ρούχα έβαλε μια κούπα κρασί, την ήπιε επιδεικτικά μπροστά στην κυρά Μαρία, την κοίταξε στα μάτια και της είπε «πάμε» . «Πού πάμε άνθρωπέ μου » του είπε «τι έπαθες πρωί πρωί ;» . «Δεν θα με πήγαινες στο γιατρό;» απάντησε «Πάμε λοιπόν. Σήμερα δεν έρχεται στο χωριό;»

Η κυρά Μαρία χλώμιασε, σταυροκοπήθηκε, «βοήθα Παναγιά» είπε μέσα της «τα ‘χασε ο άντρας μου» κι έτρεξε να τον προλάβει γιατί ο κυρ Γιάννης είχε ήδη φύγει και περπάταγε προς το αγροτικό ιατρείο. Τόση ήταν η έκπληξη των συγχωριανών που τον είδαν εκεί, που τον άφησαν να μπει πρώτος χωρίς να περιμένει. Όχι από καλοσύνη βέβαια, αλλά δεν θα έχαναν με τίποτα το θέαμα που ήλπιζαν να απολαύσουν.

Μπήκε μέσα καμαρωτός και αποφασισμένος ακολουθούμενος από την κυρά Μαρία και έκατσε στην καρέκλα απέναντι στο νεαρό γιατρό. «Καλημέρα είπε αυτός καλοσυνάτα. Τι πρόβλημα έχουμε;». «Αυτό θα μας το πεις εσύ γιατρέ, αφού με εξετάσεις» είπε ο κυρ Γιάννης αποφεύγοντας να κοιτά το πακέτο με τις ενέσεις που ήταν αφημένο πάνω στο γραφείο. Αλλά πριν θέλω να σου κάνω μια ερώτηση επειδή είσαι έξυπνο και σπουδαγμένο παιδί , και θέλω την απάντηση να την ακούσει και η γυναίκα μου είπε και την κοίταξε χαμογελώντας πονηρά. «Παρακαλώ» είπε ο γιατρός.

«Γιατρέ»,  ξεκίνησε , «μου λέει η γυναίκα μου : μην πίνεις πολύ θα πεθάνεις, μου λένε τα παιδιά μου : μην πίνεις πολύ θα πεθάνεις , μου λένε οι φίλοι μου και οι χωριανοί μου : μην πίνεις πολύ θα πεθάνεις …»
«και λοιπόν ;» τον διέκοψε ο γιατρός

«Τι λοιπόν γιατρέ ;  Είμαι ενενηνταεφτά χρονώ. Αν πεθάνω, απ το κρασί θα πεθάνω ;»

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s